Ποντιακή Γενοκτονία, το κόκκινο ποτάμι της μνήμης δεν θα στερέψει ποτέ…
Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος
Είναι πράγματι ένας αμύθητος ιστορικός θησαυρός η ενασχόληση με τον Ποντιακό Ελληνισμό. Πολλώ δε μάλλον η αποκάλυψη, ή και ανακάλυψη λεπτομερειών που αφορούν την ακμή, αλλά και την βίαιη καταστροφή του ξεχωριστού αυτού, κομματιού της φυλής μας.
Αυτό το κομμάτι το μυριοχτυπημένο, αλλά υπέρλαμπρο και μ’ έναν τρόπο βγαλμένο πιο δυνατό, από καθεμιά από τις σχεδόν καταιγιστικές δυσκολίες δεν κάμφθηκε ποτέ, ούτε έχασε τον εθνικό του προσδιορισμό. Έχασε την πατρίδα της ρίζας του και μπόρεσε να ανασηκωθεί πανύψηλο σε όποια γη κι αν βρέθηκε μετά την γενοκτονία των Ποντίων, από τους Τούρκους, που χει μέρα – ορόσημο τη 19ηΜαίου του 1919.
Τότε ήταν που οι ηγήτορες του εμπορίου και του πνεύματος, σε ένα από τα πλέον εύρωστα τμήματα της Οθωμανικής Επικράτειας – αυτό ήταν οι Έλληνες του Πόντου – κρίθηκε από τον Κεμάλ Ατατούρκ ότι θα μπορούσαν να γίνουν οι πιο επικίνδυνοι εχθροί του μελλοντικού ‘’εκκοσμικευμένου’’ κράτους της Τουρκίας και υπέστησαν μια άνευ προηγουμένου άνανδρη σφαγή. Υπολογίζονται σε 300 χιλιάδες, οι σφαγιασθέντες Έλληνες σε εκείνη την τραγική περίοδο και 750 000 οι εκπατρισμένοι. Για όσους γλύτωσαν ο δρόμος της προσφυγιάς ήταν η μόνη διέξοδος. Στο δρόμο, κυρίως, για το Μητροπολιτικό κέντρο , οι δυσκολίες ήταν μεγάλες. Όταν όμως έφτασαν στην Ελλάδα, ελέω των μικροπολιτικών παιχνιδιών έγιναν μεγαλύτερες.
Οι Βενιζέλικοί παραχώρησαν στους πρόσφυγες εκτάσεις κατά μείζονα λόγο άκαρπες , ακόμη και δίπλα σε έλη, όπως στην περίπτωση των Ποταμών του Νομού Δράμας, ή και πολύ κοντά σε διάφορα ιδρύματα ανιάτων νόσων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το λοιμοκαθαρτήριο στα Σούρμενα. Οι Βασιλικοί από την πλευρά τους, ήθελαν επί της ουσίας να τους διώξουν, με το να τους επαναπροωθήσουν στα νύχια της Τουρκίας.
Οι Έλληνες του Πόντου όμως δούλεψαν και στέριωσαν στους νέους τόπους, χωρίς να βγάλουν ποτέ από τη μνήμη τους τη Χαμένη Πατρίδα- το τιμημένο και ποτισμένο με αίμα αδικαίωτο χώμα του Πόντου.
Αυτό το εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.
Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.
Όλα αυτά γκρεμίστηκαν στην πατρώα γη σαν εν μια νυκτί. Και οι Πόντιοι τα θεμελίωσαν ξανά με τον ίδιο ζήλο. Μακριά από τη γη τους αλλά με το μυαλό και την ψυχή εκεί ριζωμένα.
Η Γενοκτονία των Ποντιακού Ελληνισμού από τους Τούρκους αναγνωρίστηκε επισήμως το 1994 με νόμο από τη Βουλή και έκτοτε η 19η Μαΐου τιμάται ως Ημέρα Μνήμης.