Καλοκαιρινές Ιστορίες; Το πάρτι του Λουκιανού
Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος
Ας μιλήσουμε για μια καλοκαιρινή, αληθινή επαναστατική πράξη. Ένα… πάρτι . Πριν αρχίσετε, κάποιοι, να χασκογελάτε ειρωνικά, κάποιοι δε και εξυπνακίστικα ή χαιρέκακα, αμφισβητώντας τη χρήση του όρου, ως άσκοπη στην περίπτωση μας, σας καλώ να διατρέξετε τις αράδες της αφήγησης. Ίσως, ένα νοσταλγικό χάδι της ανάμνησης, στην ψυχή ειδικά των μεγαλύτερων αποδειχθεί στιγμιαίο τουλάχιστον γιατροσόφι, στην κωλο-εποχή που ζούμε και ξυπνήσει και καμιά αρμαθιά τύψεων σ’ αυτούς, που έδειχναν αλλιώς στην δική μας Άνοιξη, της δεκαετίας του ’80 και κατάντησαν να γίνουν ‘’ότι αυτοί φοβόντουσαν’’ σήμερα, στους κυνικούς χρόνους, που σε κάποιους από αυτούς, τα ίδια τους τα όνειρα, τους γύρισαν την πλάτη. Μπορεί να τους σιχάθηκαν… Ποιος ξέρει;
Ένα πάρτι λοιπόν…
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘ 80, τα χαμόγελα στη χώρα αρχίζουν και πλαταίνουν όλο και περισσότερο. Οι φωνές κι οι γνώμες πληθαίνουν κι ακούγονται πιο καθαρά, πιο ελεύθερα, ασχέτως αν λαμβάνονται υπ’ όψιν. Η εξωστρέφεια και η αίσθηση της ελεύθερης σκέψης και δράσης, φαίνεται να είναι η τάση της εποχής. Μέσα σε αυτό το χοροστάσι, ο Λουκιανός Κηλαϊδόνης, ένας σαραντάρης, τότε, για κάποιους εκκεντρικός, αλλά πάντως ταλαντούχος και σημαντικός μουσικός δουλεύει για καιρό στο μυαλό του μια ριζοσπαστική, σχεδόν ‘’τρελή’’ ιδέα που μερικοί τότε τη χαρακτηρίζουν ‘’ ανέφικτη’’.
O Λουκιανός σχεδίαζε και προετοίμαζε το «πάρτυ στη Βουλιαγμένη» πάνω από ένα χρόνο. Οραματίστηκε «μια λαϊκή βραδιά με κάποιο αισθητήριο», μία μουσική γιορτή παρά θιν αλός μέσα στο καυτό αθηναϊκό κατακαλόκαιρο, με κλίμα παρεΐστικο και ατελείωτο κέφι κάτω από το φως του φεγγαριού. Ήταν ο πρώτος που έβγαλε τις συναυλίες από τα γήπεδα (χαρακτηριστικό των πολιτικών συναυλιών της Μεταπολίτευσης) και τις ενέταξε σε φυσικούς χώρους.
Από τις αρχές του 1983 άρχισε να υλοποιεί την ιδέα του, κλείνοντας την πλαζ του ΕΟΤ στη Βουλιαγμένη, η οποία έπρεπε να μεταμορφωθεί σε συναυλιακό χώρο, πράγμα αρκετά δύσκολο για την εποχή εκείνη. «Πηγαινοερχόμουν έξι μήνες. Μέτρησα τα πάντα. Το μόνο που δεν προέβλεψα ήταν η μεγάλη προσέλευση του κόσμου» είπε σε μια συνέντευξή του, πολλά χρόνια μετά την υλοποίηση της ιδέας του, που εν τέλει όχι μόνο αποδείχθηκε εφικτή, αλλά άφησε εποχή καθώς, ως σήμερα με σαράντα χρόνια να’ χουν ταξιδέψει στον καταρράκτη της ιστορίας, δεν έχει γίνει τίποτε παρόμοιο, τουλάχιστον όχι με τον αυθορμητισμό και την αγνότητα εκείνης της βραδιάς με το ολόγιομο φεγγάρι.
Μονάχα, η Άννα Βαγενά, η σύντροφος ζωής του Λουκιανού, είχε πιστέψει στην επιτυχία του τρελού σχεδίου, από την πρώτη στιγμή που της το εξομολογήθηκε ο ‘’φτωχός και μόνος καουμπόι’’. Ο Λουκιανός δικαιώθηκε, έκανε όλη την Ελλάδα, μια παρέα εκείνο το βράδυ. Ήξερε να διαβάζει την ανάγκη της εποχής.
Αργά το απόγευμα της 25ης Ιουλίου, όλα ήταν έτοιμα στην πλαζ της Βουλιαγμένης. Τα 25.000 εισιτήρια, που κόστιζαν 300 δραχμές έκαστο, είχαν γίνει ανάρπαστα. Στις 7 το βράδυ άνοιξαν οι δύο είσοδοι της πλαζ και κατά χιλιάδες οι Αθηναίοι άρχιζαν να κατακλύζουν την αμμουδιά. Τότε έκαναν την εμφάνισή τους και οι πρώτοι τσαμπατζήδες, που κατέφθασαν κολυμπώντας. Μέχρι να αρχίσει η συναυλία, κάποιοι από τους συγκεντρωμένους βρήκαν την ευκαιρία να πάρουν το μπάνιο τους, ενώ κάποιοι άλλοι επιδόθηκαν στα αθλήματα της παραλίας, ρακέτες και βόλεϋ. Η όλη ατμόσφαιρα είχε κάτι το πανηγυριώτικο.
Η Μαργαρίτα Ζορμπαλά
Η σκηνή είχε στηθεί πάνω σε μια πλωτή εξέδρα, που βρισκόταν γύρω στα 15 μέτρα μέσα στη θάλασσα. Οι καλλιτέχνες έφθαναν στη σκηνή με μία κατάφωτη φορτηγίδα από τον παρακείμενο Ναυτικό Όμιλο της Βουλιαγμένης. Η βραδιά άνοιξε με τον οικοδεσπότη Λουκιανό Κηλαηδόνη να απευθύνει χαιρετισμό και στη συνέχεια αντήχησαν οι πρώτες νότες. Η πιανίστρια Νέλι Σεμιτέκολο έπαιξε κομμάτια ραγκτάιμ του Σκοτ Τζόπλιν, ενώ η μπιγκ μπαντ του πιανίστα Μανώλη Μικέλη τζαζ της εποχής του σουίνγκ, αγαπημένες μουσικές που διαμόρφωσαν το μουσικό στυλ του Κηλαηδόνη.
Εν τω μεταξύ, μια τεράστια ουρά από αυτοκίνητα είχε σχηματισθεί στην Παραλιακή. Πολλοί έσπευσαν στο χώρο της συναυλίας την τελευταία στιγμή, καθώς το πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο της ΕΡΤ, που μετέδιδε απευθείας το καλλιτεχνικό γεγονός με παρουσιαστή τον Γιάννη Πετρίδη. Μη έχοντας εισιτήρια άρχισαν να πηδούν από τους φράχτες, σ’ ένα από τα μεγαλύτερα «ντου» στην ιστορία των καλοκαιρινών συναυλιών. Οι λίγοι αστυνομικοί και τα 80 άτομα της περιφρούρησης ήταν αδύνατο να τους αναχαιτίσουν. Από την άλλη πλευρά, αρκετοί που είχαν εισιτήριο ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα και έφθασαν στη Βουλιαγμένη με μεγάλη καθυστέρηση.
Καθώς άρχισε να δημιουργείται το αδιαχώρητο στην πλαζ της Βουλιαγμένη, γύρω στις 10:15 μ.μ.εμφανίσθηκε η Μαργαρίτα Ζορμπαλά, η οποία τραγούδησε παλιά τραγούδια της δεκαετίας του ’40 και του ’50. Ακολούθησε ο «καλοκαιρινός» Βαγγέλης Γερμανός με την Κρουαζιέρα και την Μπανιέρα.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος
Στη συνέχεια ήταν η σειρά του Διονύση Σαββόπουλου, ο οποίος ξαφνιασμένος από το μεγάλο πλήθος, είπε από μικροφώνου «Είναι απίστευτο. Είστε όλοι εδώ. Νομίζαμε ότι ήταν πάρτυ – βεγγέρα, αλλά διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για υπερπαραγωγή της Φίνος Φιλμ». Η Συννεφούλα ξεσήκωσε τον κόσμο και το κέφι έφθασε στο ζενίθ, όταν ο Νιόνιος ευχήθηκε σε όλους «Να μας έχει ο θεός γερούς, πάντα ν’ ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε».
Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα κι ενώ τα φώτα είχαν χαμηλώσει και το φεγγάρι είχε ψηλώσει, εμφανίστηκε ένα τρεχαντήρι και μια ψαρόβαρκα με κανταδόρους και τη μαντολινάτα του Φώτη Αλέπωρου. Στη 1 το πρωίέκανε την εμφάνισή του ο οικοδεσπότης με την Αφροδίτη Μάνου και την μπάντα του Three and the Koukos Band. Τραγούδησε τη Βουλιαγμένη, που αποτέλεσε την αφορμή για το πάρτυ, και όλες τις μεγάλες του επιτυχίες. Η βραδιά έκλεισε λίγο μετά τις 2 το πρωί, όταν στη σκηνή ανέβηκε ο Γιώργος Νταλάρας, που μαζί με τον οικοδεσπότη τραγούδησαν τα Θερινά σινεμά. Και το γλέντι συνεχίστηκε μέχρι πρωίας, με γέλια και βουτιές στη θάλασσα.
Την επομένη, ο Τύπος είχε πρωτοσέλιδο το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, αλλά δεν παρέλειψε να επικρίνει τους διοργανωτές για την ταλαιπωρία του κόσμου. «Δεν ξέρω αν το επιχειρήσω άλλη φορά στη Βουλιαγμένη, αλλά μία παρόμοια εκδήλωση θα ήθελα να ξαναγίνει. Δε φταίω εγώ παιδιά αν υπήρξε τέτοια μαζική κινητοποίηση προς τη Βουλιαγμένη. Αυτό που σίγουρα λυπάμαι είναι που ταλαιπωρήθηκαν πολλοί φίλοι. Τώρα που διαπιστώσαμε πως δεν υπάρχουν χώροι για τόσες χιλιάδες κόσμου, την επόμενη φορά θα μαζευτούμε στον κάμπο της Θεσσαλίας!» απολογήθηκε με χιούμορ ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Αυτό βέβαια δεν έγινε ποτέ, αλλά είναι σίγουρο ότι εκείνη την εποχή αν το επιχειρούσε, θα το κατάφερνε …