Ο έρωτας της παπαδιάς
Ο Γιάννης Βασιλακόπουλος ‘’σκαλίζει’’ το πλούσιο αρχείο του από μια καριέρα 30 χρόνων και αποκαλύπτει την αθέατη όψη προσώπων που γνώρισε και καταστάσεων που έζησε…
Το 1999 έχει μπει για τα καλά, αλλά η Άνοιξη που ήδη σταλάζει τις πρώτες της ζωοδότρες συνήθως ‘’ριπές’’ μοιάζει σαν ειρωνεία για την Βαλκανική Χερσόνησο , μια κι η γη του Αίμου, έχει εδώ και κάποιες μέρες τυλιχτεί στις φλόγες ενός ακατανόητου, τυφλού πολέμου. Και τούτο γιατί παράφρονες εντολοδότες τόσο από την Δυτική Ευρώπη, όσο και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αποφάσισαν ότι δεν τους αρέσει ο χάρτης των Βαλκανίων και έχουν βαλθεί να τον αλλάξουν. Στη Σερβία κυριαρχεί το γονίδιο του Παρτιζάνου κι η σπουδαία χώρα αντιστέκεται παρά το ότι οι πληγές του ακόμη πολύ νωπού εμφυλίου ανάμεσα στα Έθνη της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας, αιμορραγούν στο σώμα όλων των μελών της άλλοτε σχεδόν σιδερόφραχτης Τιτοϊκής Ομοσπονδίας.
Η ραδιοφωνική εκπομπή που τότε, μου είχε κάνει την τιμή ο Γιάννης Καλαμίτσης να συμπαρουσιάζουμε, οι ‘’Πρωινές Χειρηλασίες’’ δεν έμεινε αμέτοχη σε αυτήν την κτηνωδία, όπου οι Αμερικανοί και μια χυδαία συμμαχία ‘’προθύμων’’ βομβάρδιζαν τους Σέρβους, αλλά εκείνοι δεν κάμπτονταν.
Στην αρχή κάναμε ένα περιπετειώδες ταξίδι στη Γιουγκοσλαβία , στο οποίο είχε ακολουθήσει κι ένας ακροατής – ο κ. Βαγγέλης από την Ελευσίνα. Φτάσαμε σε ένα έρημο, σκοτεινό Βελιγράδρι , με ένα παλιό τζιπ του Καλαμίτση, μια νύχτα πρωτόγνωρα βαθιά για Απρίλη κι εκεί άρχισαν οι περιπέτειες. Ένα αρρύθμιστο δορυφορικό τηλέφωνο, ένας λάθος Σέρβος που ξεσηκωνόταν αχάραγα από συνεχή αθέλητα τηλεφωνήματα. Και εκατοντάδες Σέρβοι στα καταφύγια.
Με την επιστροφή μας στην Αθήνα προσπαθήσαμε να διευρύνουμε τη βοήθεια μας στους δοκιμαζόμενους Σέρβους. Με την καθοδήγηση του Γιάννη Καλαμίτση πάντα, βρέθηκα στο Περιστέρι όπου συλλέγονταν ήδη πρώτης ανάγκης και κάτω από τον συντονισμό του κ. Άκη Ρούσσου, στέλνονταν στο Βελιγράδι. Κάλυψα για αρκετό καιρό τη δράση του συνδέσμου Ελληνοσερβικής φιλίας που τότε είχε πρόεδρο τον συνάδελφο
Το θέμα όμως ‘’παραμόνευε’’ λίγο αργότερα.
Ο Αναστάσης Ράντονιτς ήταν τελειόφοιτος της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, Σέρβος γέννημα – θρέμμα και μέσα στις φλόγες του πολέμου είχε χτυπηθεί από τα βέλη του έρωτα. Η Μαρία ήταν η κοπέλα που έκλεινε αυτήν την ερωτική αρμονία.
Η ατυχία των δυο νέων ήταν ότι η Μαρία ήταν σύζυγος παπά. Ο Γιάννης ο Καλαμίτσης, σαν να μου’ κλεισε το μάτι – σαν να μου λέει ‘’ωραίο θέμα. Κάντο’’- κι εγώ ‘’απασφάλισα’’…
Η Μαρία κάποια στιγμή έφυγε από το σπίτι της. Ο ιερέας είχε βγει εκτός εαυτού έχοντας ενεργοποιήσει κάθε μέσο από εκκλησιαστικά – επιχείρησε να αφορίσει τον Σέρβο φοιτητή και την σύζυγο του, ως και νομικά με δεκάδες μηνύσεις που είχε υποβάλει.
Στην φοβερή σκιά του πολέμου, κάλυψα όλη αυτήν την ερωτική ιστορία. Συνάντησα αρκετές φορές αυτά τα δυο νέα παιδιά. Τα οποία κυνηγήθηκαν πολύ, αλλά έδειξαν αντοχή ξέροντας πόσο βαθύ ήταν αυτό που ένιωθαν.