Το τέλος της προσμονής

Γράφει η Θεανώ Ζαγκλιβέρη

Υπήρχε μια εποχή που το ταξίδι με το τρένο δεν ήταν απλώς μια μετακίνηση. Ήταν η χαρά της αναχώρησης, η μαγεία της διαδρομής, η γλυκιά ανυπομονησία του προορισμού. Ήταν τα χέρια που ανέμιζαν από τα παράθυρα, τα βλέμματα που συναντιούνταν τυχαία σε ένα βαγόνι, οι αποσκευές γεμάτες όνειρα. Το τρένο είχε κάτι το ρομαντικό, κάτι το ανεπιτήδευτο, κάτι που σε έκανε να νιώθεις ασφαλής.

Όλα αυτά, όμως, τελείωσαν βίαια.

Το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023, στις στροφές των Τεμπών, εκεί όπου η πορεία γινόταν πάντα λίγο πιο αργή, σαν να ήθελε και το τρένο να κρατήσει λίγο ακόμα το ταξίδι, η σύγκρουση δύο συρμών διέγραψε από τη συλλογική μας μνήμη ό,τι όμορφο πρέσβευε η σιδηροδρομική εμπειρία. Πενήντα επτά ζωές χάθηκαν. Νέοι άνθρωποι, φοιτητές, ταξιδιώτες, γονείς που επέστρεφαν στα σπίτια τους. Από εκείνο το βράδυ, η αναμονή σε έναν σταθμό δεν συνοδεύεται από χαμόγελα. Τα εισιτήρια δεν κρατιούνται πια στα χέρια με ανυπομονησία. Οι ήχοι της μηχανής και το σφύριγμα της αμαξοστοιχίας δεν προκαλούν ενθουσιασμό μόνο ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η χαρά της αναχώρησης έχει αντικατασταθεί από φόβο, η προσμονή από δυσπιστία.

Για όσους έζησαν την τραγωδία, για όσους έχασαν δικούς τους ανθρώπους, για όλους εμάς που με κομμένη την ανάσα αγωνιούσαμε παρακολουθώντας τις εξελίξεις αμήχανα και ίσως οριακά ενοχικά  με μια κρυφή ανακούφιση ότι κάποιο συγγενικό πρόσωπο ή κάποιο προσφιλές άτομο δεν είναι πρωταγωνιστής του τρόμου, το τρένο δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο. Όσοι μεγαλώσαμε με εικόνες σταθμών γεμάτων ζωή, με ιστορίες ανθρώπων που γνωρίστηκαν σε μια διαδρομή, με εκείνη τη μοναδική αίσθηση ότι το ταξίδι έχει σημασία όσο και ο προορισμός, κάτι . . .  ράγισε.  Η τραγωδία των Τεμπών, ίσως θυμίζει εκείνη την παλιά, βουβή θλίψη των ανθρώπων που έφευγαν μακριά από την πατρίδα τους, αφήνοντας πίσω τα χρόνια της νιότης τους. Τότε, οι σταθμοί των τρένων γέμιζαν με αγκαλιές που κρατούσαν λίγο παραπάνω, βλέμματα που πάλευαν να συγκρατήσουν το τελευταίο αντίο, αναστεναγμούς που έσβηναν στο σφύριγμα της μηχανής. Ήταν η προσμονή ενός μέλλοντος που κανείς δεν ήξερε αν θα ήταν καλύτερο, αλλά και το σπαρακτικό βάρος του παρελθόντος που έμενε πίσω. Σήμερα, οι σταθμοί των τρένων δεν είναι τόποι αποχαιρετισμού αλλά μνημεία μνήμης.  Η ίδια η ράγα, που κάποτε ένωνε τόπους και ανθρώπους, μοιάζει τώρα με σύνορο ανάμεσα στο πριν και το μετά,  ανάμεσα σε έναν κόσμο που εμπιστευόταν το ταξίδι και σε έναν κόσμο που έμαθε, με τον πιο σκληρό τρόπο, ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Επίσης σπαρακτικό είναι πως, όπως τότε, έτσι και τώρα, οι απώλειες αυτές δεν είναι μόνο ατομικές. είναι συλλογικές πληγές που θα χρειαστούν χρόνια για να κλείσουν, αν κλείσουν ποτέ.

Σήμερα, το τρένο δεν συμβολίζει πια μόνο ταξίδια, περιπέτεια και ανεμελιά. Για μια ολόκληρη γενιά παιδιών, θα είναι συνυφασμένο με μια τραγωδία που δεν έπρεπε ποτέ να συμβεί. Οι ράγες, που κάποτε υπόσχονταν διαδρομές γεμάτες ζωή, μοιάζουν τώρα με σημάδια μιας μεγάλης απώλειας.

Είναι αυτό ένα τέλος εποχής ? Θα ξανακοιτάξει η Ελλάδα ποτέ το Τρένο όπως του Αξίζει ?  Ως ένα Σύμβολο Ελευθερίας και Εξερεύνησης ?

Ίσως υπάρχει ακόμη Ελπίδα

Η Ευθύνη βαραίνει εμάς.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *