Γράφει η Μαρία Ελένη Σταχτή
Οι ακήρυχτοι πόλεμοι έχουν εξελιχθεί σε ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ιδιαίτερα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Στρατιωτικές παρεμβάσεις χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου έχουν δημιουργήσει μια νέα «κανονικότητα», όπου η χρήση στρατιωτικής ισχύος γίνεται ευκολότερα και συχνά χωρίς πλήρη δημόσια συζήτηση ή σαφή θεσμική διαδικασία στο Κογκρέσο. Έτσι, για άλλη μια φορά, ο πρόεδρος Τραμπ, σε συνεργασία με το Ισραήλ, ξεκινά μια στρατιωτική επιχείρηση που φαίνεται να εξελίσσεται σε κάτι πολύ ευρύτερο.
Κεντρικό ερώτημα παραμένει αν το Ιράν αναζητά διαπραγματευτική διέξοδο. Ο Trump ισχυρίστηκε ότι η Τεχεράνη «τηλεφώνησε και θέλει συμφωνία», υπονοώντας ότι το Ιράν αναζητά τρόπο αποκλιμάκωσης. Πολλοί πολιτικοί αναλυτές απορρίπτουν κατηγορηματικά τον ισχυρισμό, υπενθυμίζοντας επανειλημμένα επεισόδια όπου το Ιράν εισήλθε σε συνομιλίες μόνο για να δεχθεί επιθέσεις εν μέσω διαπραγματεύσεων από δυνάμεις των ΗΠΑ ή του Ισραήλ. Τόσο τον Ιούνιο του 2025 —ενώ η Τεχεράνη προετοίμαζε συνάντηση για να καθησυχάσει την Ουάσινγκτον σχετικά με το πυρηνικό της πρόγραμμα— όσο και στα τέλη Φεβρουαρίου 2026, ισραηλινές επιθέσεις σημειώθηκαν παράλληλα με διπλωματικές διεργασίες.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών έχει δηλώσει δημόσια ότι η Τεχεράνη δεν ζητά ούτε εκεχειρία ούτε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, επικαλούμενος αυτά τα περιστατικά ως απόδειξη της αμερικανικής αναξιοπιστίας. Σε συνέντευξή του απέκλεισε το ενδεχόμενο αμερικανικής χερσαίας εισβολής, δηλώνοντας ότι το Ιράν «τους περιμένει» και είναι βέβαιο πως μπορεί να επιφέρει σοβαρές απώλειες. Υπογράμμισε επίσης ότι η χώρα έχει αναβαθμίσει το πυραυλικό της οπλοστάσιο και έχει προετοιμαστεί για όλα τα ενδεχόμενα, συμπεριλαμβανομένης μιας χερσαίας επέμβασης.
Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι και τα δυτικά μέσα συχνά υποτιμούν την ανθεκτικότητα του Ιράν. Η χώρα πολέμησε έναν οκτάχρονο πόλεμο με το Ιράκ τη δεκαετία του 1980, χάνοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους — πολλούς από χημικά όπλα δυτικής προέλευσης. Μόνο σε εκείνη τη σύγκρουση, οι ιρανικές στρατιωτικές απώλειες πιθανότατα ξεπέρασαν τις συνολικές αμερικανικές απώλειες στην Κορέα και το Βιετνάμ μαζί. Η εμπειρία αυτή έχει αφήσει το Ιράν πολύ πιο εξοικειωμένο με την προοπτική ενός μακροχρόνιου πολέμου υψηλής έντασης. Αντίθετα, οι ΗΠΑ —και ιδιαίτερα ο Πρόεδρος Τραμπ— θα προτιμούσαν μια σύντομη στρατιωτική επιχείρηση που θα μπορούσε να παρουσιαστεί εύκολα στο εγχώριο ακροατήριο και τη βάση των MAGA. Το Ιράν, όμως, φαίνεται προετοιμασμένο για έναν πόλεμο φθοράς.
Μία από τις πιο αξιοσημείωτες εξελίξεις των πρώτων ημερών της σύγκρουσης είναι ότι το Ιράν έχει καταφέρει να υποβαθμίσει σοβαρά τις δυνατότητες έγκαιρης προειδοποίησης των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην περιοχή. Σύμφωνα με επίσημες αναφορές και διαρρεύσαν υλικό, ιρανικά πλήγματα έχουν στοχεύσει κρίσιμα συστήματα ραντάρ AN/TPY-2 και συναφείς υποδομές σε αμερικανικές βάσεις στην Ιορδανία, το Κατάρ και το Μπαχρέιν, συμπεριλαμβανομένων των αεροδρομίων Muwaffaq Salti και Al Udeid, καθώς και εγκαταστάσεων του 5ου Στόλου των ΗΠΑ. Τα ραντάρ αυτά, που κοστίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια το καθένα, λειτουργούν σε συνδυασμό με τα συστήματα THAAD και Patriot και έχουν σχεδιαστεί για να ανιχνεύουν πυραυλικές εκτοξεύσεις παρέχοντας έως και 30 λεπτά προειδοποίησης.
Παράλληλα, το Ιράν έχει εξαπολύσει κύματα πυραύλων και drones κατά του Ισραήλ. Συχνά χρησιμοποιεί τακτικές «κορεσμού», ξεκινώντας επιθέσεις με παλαιότερους ή λιγότερο προηγμένους πυραύλους και drones, ώστε να εξαντλήσει τα ισραηλινά και αμερικανικά συστήματα αεράμυνας. Στόχος είναι να αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν μεγάλους αριθμούς ακριβών αναχαιτιστών. Σύμφωνα με ανεξάρτητους αναλυτές, οι ιρανικές επιθέσεις έχουν στοχεύσει όχι μόνο ισραηλινές υποδομές αλλά και αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και πληροφοριακές δομές σε όλο τον Περσικό Κόλπο.
Η σύγκρουση αποκαλύπτει επίσης βαθύτερες αδυναμίες στη στρατιωτικοβιομηχανική βάση των ΗΠΑ. Οι δυνάμεις ΗΠΑ και Ισραήλ βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε προηγμένους αναχαιτιστές όπως οι Patriot και THAAD, καθώς και σε κατευθυνόμενα πυρομαχικά ακριβείας όπως JDAM και JASSM. Ωστόσο, η παραγωγή αυτών των συστημάτων είναι σχετικά αργή και εξαρτάται από περίπλοκες εφοδιαστικές αλυσίδες και κρίσιμες πρώτες ύλες.
Αναφορές στα μέσα του 2025 έδειξαν ότι περίπου το ένα τέταρτο του αμερικανικού αποθέματος προηγμένων αναχαιτιστών είχε ήδη χρησιμοποιηθεί κατά την προηγούμενη αντιπαράθεση Ισραήλ–Ιράν. Ειδικοί προειδοποιούν ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε αγώνα φθοράς που η αμερικανική βιομηχανική βάση δυσκολεύεται να υποστηρίξει. Στις αρχές του 2026, το Πεντάγωνο εκτιμάται ότι διαθέτει περιορισμένο αριθμό αναχαιτιστών Patriot και THAAD, ενώ η Indo-Pacific Command —ο άλλος μεγάλος επιχειρησιακός κλάδος της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος—διατηρεί ξεχωριστά αποθέματα εν αναμονή πιθανής σύγκρουσης με την Κίνα.
Ταυτόχρονα, η πρόσβαση των ΗΠΑ σε σπάνιες γαίες και κρίσιμα ορυκτά —απαραίτητα για την παραγωγή όπλων υψηλής τεχνολογίας— περιορίζεται από κινεζικούς ελέγχους εξαγωγών. Ακόμη και αν το Πεντάγωνο επιθυμούσε να αυξήσει δραστικά την παραγωγή, περιορισμοί στην εφοδιαστική αλυσίδα και στη βιομηχανική δυναμικότητα θα εμπόδιζαν τη γρήγορη αναπλήρωση των αποθεμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις του Trump περί «απεριόριστων» πυρομαχικών μοιάζουν περισσότερο με πολιτική ρητορική παρά με στρατηγική πραγματικότητα.
Για το Πεκίνο, κάθε μεγάλη στρατιωτική αναμέτρηση στην οποία εμπλέκονται οι ΗΠΑ αποτελεί και ένα πολύτιμο εργαστήριο παρατήρησης. Η κινεζική στρατηγική κοινότητα μελετά προσεκτικά τόσο τις επιχειρησιακές τακτικές όσο και τις δομικές αδυναμίες που αποκαλύπτονται — από την κατανάλωση πυρομαχικών μέχρι τα όρια της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης και των εφοδιαστικών αλυσίδων. Με αυτόν τον τρόπο, η σύγκρουση δεν επηρεάζει μόνο τη Μέση Ανατολή· λειτουργεί ταυτόχρονα ως πηγή μαθημάτων για έναν πιθανό μελλοντικό ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων στον Ειρηνικό.
Η κρίση αυτή δεν είναι απλώς μια ακόμη περιφερειακή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. αποκαλύπτει τις στρατηγικές παραδοχές, τα όρια της στρατιωτικής ισχύος και τις βιομηχανικές αδυναμίες των ΗΠΑ.