Μέρα Μαγιού…

Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

Όμορφη και παράξενη μέρα η 1η του Μάη … Δεν είναι δα και πολλές αυτές που στο μέτρημα τους σκορπιέται πρώτα ο θάνατος, αλλά μετά καρπίζει ο σπόρος της τιμής και τραγουδιέται, με πρώτους τραγουδιστάδες τους ίδιους τους τιμημένους νεκρούς. Σπανίζουν ακόμη περισσότερο οι μέρες που το χνώτο ενός μάστορη του λόγου, υμνητή του αγώνα και γητευτή της ψυχής, σαν τον Ρίτσο, που γεννήθηκε σαν σήμερα κάτω από το Μονεμβασιώτικο ηλιοβασίλεμα ενώνεται στον αέρα της ιστορίας, με  τόσος τιμημένους νεκρούς – λες κι ο θάνατος ήθελε να χαλάσει με ένα βιαστικό σεργιάνι το μεγάλο γιορτάσι της Άνοιξης. Κι ανακάτεψε τις μυρωδιές του, με αυτές των λουλουδιών.

Ήταν πρωτομαγιά του 1936 που  οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κηρύττουν απεργία ζητώντας αύξηση των ημερομισθίων . Σύντομα και άλλα εργατικά συνδικάτα ενώνονται μαζί τους και η απεργία αποκτά πανεργατικό χαρακτήρα. Οι αστυνομικές αρχές απαγορεύουν στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης. Στις 9 Μαΐου πραγματοποιούνται σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και τοπικών αρχών που έχουν σαν απολογισμό δεκάδες τραυματίες και 12 νεκρούς. Να η πρώτη αφορμή που έκανε το Ρίτσο να τρέξει σαν χείμαρρος και να γράψει σε τρεις μέρες  14 ποιήματα από αυτά που αργότερα θα καρπίσουν τον ‘’Επιτάφιο’’ και θα πάρουν θέση βιβλική στις παρτιτούρες του Μίκη.

Ξημερώματα Πρωτομαγιάς του 1944 και κανείς στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου δεν κοιμάται. Πιο πολύ από όλους οι κομμουνιστές που την εποχή του Μεταξά κρατούνταν στην Ακροναυπλία. Οι Ακροναυπλιώτες, όπως ονομάζονταν, ήταν σίγουροι πως το δικό τους όνομα ήταν μέσα στη λίστα των μελλοθάνατων. Συνολικά 200 παρών ακούστηκαν εκείνο το βράδυ μέσα στο στρατόπεδο. Τόσοι ήταν οι κρατούμενοι που ζητήθηκαν ως αντίποινα για τη δολοφονία ενός Γερμανού στρατηγού και τριών αξιωματικών σε ενέδρα στους Μολάους – 50 Έλληνες για κάθε έναν Γερμανό.

Όσοι άκουσαν το όνομά τους αποχαιρέτησαν τους συντρόφους τους και βγήκαν από τα κελιά με συνθήματα για την Ελλάδα και τη λευτεριά, για το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ.

Ο «μπαμπούλας», το φόβητρο για όσους ήταν απ’ έξω, εκεί όπου γίνονταν βασανιστήρια έστελνε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής 200 Έλληνες για εκτέλεση.

Η πρωτομαγιά όμως δεν «έκατσε φρόνιμα» . Σαράντα χρόνια μετά την πρώτη μολυβιά του Επιτάφιου θέλησε να πάρει στην αγκαλιά της ακόμη έναν μεγάλο Έλληνα. Ο Αλέκος Παναγούλης, στόφα ήρωα από τα γεννοφάσκια του σκοτώθηκε σε μια στροφή της Λεωφόρου Βουλιαγμένης. Περίεργος θάνατος – είπαν δυστύχημα, μα ίσως να βόλευε έτσι . Λιγότερο από Δυο χρόνια ήταν που είχε εκλεγεί  βουλευτής, με την Ε. Κ. Νέες Δυνάμεις, ο άνθρωπος που γλεντούσε με τον κίνδυνο, αν ήταν για ιδανικά και για πατρίδα. Ένα ακόμα δάκρυ από την τιμημένη Γλυφαδιώτικη οικογένεια Παναγούλη που είχε ήδη χάσει ένα παιδί, τον Γιώργο, στα καράβια. Μα τούτη η απώλεια δεν ξεπερνιόταν> Δεν είναι που το λέει ως τα σήμερα ο άλλος αδελφός του, ο Στάθης, που συνεχίζει το διάβα της οικογένειας. Δεν είναι τα λόγια της Οριάννα Φαλάτσι που το πιστοποιούσαν. Ήταν το πικρό δάκρυ όλου του Ελληνικού λαού , για το φευγιό του ανθρώπου που δεν νίκησε η χούντα, αλλά τον στέρησε εκείνο το «Δυστύχημα» κι ενώ είχε ήδη αφήσει χνάρι ολοζώντανο, μόλις στα 37 του.

Παράξενη μέρα η πρωτομαγιά . Η Άνοιξη τελικά, νικά το θάνατο με όπλο τη δόξα και το τραγούδι…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *