Μπαϊρακτάρης…
Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος
Ένας τύπος του περιθωρίου, μισοφορεμένο, φθαρμένο σακάκι, μουστάκι τσιγκελωτό, κομπολόι μεγαλύτερο από το μπόι του, κάθεται σε ένα απόμερο τραπεζάκι σε ένα ‘’χαμαιτυπείο’’ κάπου στην σημερινή Καλλιθέα. Έχει το ζωνάρι του λυμένο για καυγά και κάποιος από το ίδιο μαγαζί, δεν αργεί να του δώσει αυτό που σήμερα λέμε ‘’ασήμαντη αφορμή’’. Κάποιο ποτήρι που ‘’πετούσε’’ για λίγη ώρα στον αέρα προσγειώνεται, στο μπροστινό ποδάρι του παλιού τραπεζιού του βαρύμαγκα. Εκείνος σηκώθηκε, όπως κι ο άλλος από το απέναντι τραπέζι. Δευτερόλεπτα πήρε για να ανάψει ο καυγάς. Κι άναψε. Λίγες στιγμές μετά στραφτάλισε στο μισοσκόταδο, ένα μικρό μαχαίρι. Ο κύβος ερρίφθη…
Ο τύπος που χε πετάξει το ποτήρι, τώρα βρισκόταν ξάπλα σε ένα βρόμικο έδαφος , μέσα σε μια μικρή λίμνη αίματος. Ο βαρύμαγκας έστεκε όρθιος, νικητής και τροπαιούχος του καυγά. Με το ένα μανίκι του σακακιού του αφόρετο και με το άλλο χέρι να σκουπίζει το μουστάκι του με το πάνω μέρος του δείκτη του.
Ή τοποθετεί την τσίκνα από τον μικρό μεζέ στο μουστάκι του.
Στην ταβέρνα, τον τεκέ καλύτερα υπάρχει ακόμη αναστάτωση. Ο τραυματίας κείται ακόμη στο πάτωμα κολυμπώντας στο αίμα και βογκώντας πολύ δυνατά, σαν ετοιμοθάνατο κριάρι. Τώρα είναι η ώρα να πιάσει δουλειά ο Δημήτρης Μπαϊρακτάρης.
Στο 1893, όταν συστάθηκε η στρατιωτική αστυνομία και ο Μπαϊρακτάρης διορίστηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη, ξεκίνησε ο διωγμός των κουτσαβάκηδων, που είχαν γίνει μάστιγα στο κέντρο της Αθήνας.
Γρήγορα έγινε ο φόβος κι ο τρόμος των ‘’κουτσαβάκηδων’’ που ήταν η συνομοταξία του βαρύμαγκα της ιστορίας μας. Διότι πέραν άλλων χρησιμοποιούσε και έναν άκρως ταπεινωτικό τρόπο τιμωρίας των κουτσαβάκηδων όταν τους συλλάμβανε…
Στην εποχή του, λοιπόν, ξύριζαν τα μουστάκια των κουτσαβάκηδων και τους ψαλίδιζαν τις αφέλειες των μαλλιών τους, ενώ τους ψαλίδιζε και το αφόρετο μανίκι από το σακάκι τους.
Το ίδιο έκαμε και σε τούτη εδώ την περίσταση. Έκοψε το μισό μουστάκι και το αφόρετο μανίκι του νταή.
Τώρα ήταν άλλος άνθρωπος ο βαρύμαγκας. Τον έλεγαν Νταούφαρη αλλά τώρα με κομμένο το μανίκι και μισό πια το άλλοτε καμαρωτό μουστάκι του, το χε ξεχάσει. Δεν είχε καμιά σημασία πια το όνομα που έγραφε η ταυτότητα με το μανίκι του να χάσκει, άχρηστο κομμάτι παλιό ύφασμα χωρίς σύνδεση με το υπόλοιπο πανωφόρι…
Ο Δημήτρης Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στο Αγρίνιο και καταγόταν από οικογένεια Σουλιωτών. Το 1848 κατατάχθηκε στο στρατό το ως στρατιώτης και γρήγορα προάχθηκε σε αξιωματικό του πεζικού. Έλαβε ενεργό μέρος στη Κρητική επανάσταση του 1866 όπου διακρίθηκε για τη δράση του. Το 1893 όταν συστάθηκε η στρατιωτική αστυνομία, (με τον νόμο ΒΡΠΗ΄ στις 20 Μαρτίου 1893) διορίσθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη Αστυνομικός Διευθυντής Αθηνών αφήνοντας αναμνήσεις από πλούσια σε αριθμό περιστατικά κατά τον διωγμό των τότε κουτσαβάκηδων που μάστιζαν το κέντρο της Αθήνας. 