ΤΟ ΒΑΣΑΝΟ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΚΟΛΥΜΠΙ

Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

Ανηφόριζε ο άλλος την οδό Πανεπιστημίου σκυφτός. Ντυμένος προσεγμένα, όσο του επέτρεπε η φτώχεια του, αλλά σκυφτός. Έτσι όπως δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα καταντήσει. Κι όπως είχε τα μάτια χαμηλά έπεσε απάνω σε έναν άλλον διαβάτη. Αυτός ίσιος κι ευθυτενής, ακριβά ντυμένος . Κι όταν σταύρωσαν τα βλέμματα τους, πριν ακόμη βγει από το στόμα ους, ολόκληρη κείνη η συγνώμη της τυπικής ευγένειας, κατάλαβαν κι οι δυο οτί γνωρίζονταν από παλιά. Από τότε που ο σκυφτός διαβάτης ήταν ευθυτενής κι ο άλλος, ο πιασμένος καλά να πούμε, ήταν ακόμη άγουρος στη ζωή και τη δουλειά. Κι είπαν πολλά ενώ ο σκυφτός μάζευε από το πεζοδρόμιο, ένα πλακέ πακέτο με λίγα σκέτα τσιγάρα μέσα του κι ένα κόκκινο σημειωματάριο, που χαν πέσει στις αφρόντιστες πλάκες από τη «σύγκρουση» . Ήπιαν καφέ και στου Ζόναρς που πρότεινε και κέρασε ο ευθυτενής- άλλοτε ευνοούμενος του σκυφτού φίλου του . Που έφτασε κάπου ένας χρόνος ανεργίας και κάτι λίγα χρέη – από αυτά, όμως, που , όταν είσαι «άψιλος» σου φαίνονται θεριά ανήμερα – για να τον κάνουν να περπατά σκυφτός, γιατί δεν μπορούσε να κοιτάξει τον κόσμο κατάματα. Από ντροπή; Από αξιοπρέπεια; Κάνεις δεν ήξερε .. Ο άλλος μίλησε για λίγο στο κινητό… Για κάτι λεφτά που μπήκαν στο λογαριασμό του, για μια μπίζνα χιλιάδων ευρώ «που είχε αναλάβει το γραφείο του», τον παρηγόρησε με έμα χτύπημα στην πλάτη κι ένα «έχει ο Θεός» πλήρωσε τους καφέδες κι έκανε να φύγει. Ο σκυφτός τον ξαναφώναξε: Ψαχούλεψε λίγο το σημειωματάριο του και του πε με φωνή στέρεα όπως παλιά: «Ξέρεις τι λέει σε ένα σημείωμα του ο Καρυωτάκης;». Ο άλλος τον κοίταξε με απορία. «Τι;». «Ότι είναι μάταιο να προσπαθήσεις να αυτοκτονήσεις στη θάλασσα αν ξέρεις κολύμπι». Ο όρθιος κοντοστάθηκε… «Και τι θα πει αυτό;». των ρώτησε…

«Ότι μέσα σε όλα μου τα βάσανα έχω κι αυτό. Ξέρω καλό κολύμπι».

Δεν βρέθηκαν ξανά. Μονάχα μια φορά έκανε αναφορά στο όνομα του ευεργέτη του, ο ακριβοντυμένος : «Η εταιρεία τάδε καταθέτει στη μνήμη του τάδε, στο ιδρυμα τάδε, το ποσό των 2 χιλιάδων ευρώ, έγραφε η εντολή πληρωμής. Κι όπως την υπέγραψε, δάκρυσε.. Κάπως αργά .

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *