Ο Υπουργός, μια τσάντα κι ένας… ‘’χαμένος’’ Πικάσο
Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος
Ο υπουργός της ιστορίας μας, δεν ήταν από τους ομοίους του , που συνήθως προκαλούν με τα δημόσια καμώματα τους. Είναι από τους δημόσιους λειτουργούς που παρά το ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια από την εποχή που είχε αναλάβει και ασκήσει τα υψηλά καθήκοντα του και, νομίζαμε, εμείς οι παλιότεροι ότι ο καιρός, τότε, έβριθε από πολιτικό παρασκήνιο – που να ξέραμε- διατηρεί και σήμερα την καλή έξωθεν μαρτυρία. Είναι πάντοτε προσηνής και χαμογελαστός και παρότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια, από τον καιρό της δόξας του, παράγει ακόμα σημαντικά πράγματα αφήνοντας αξιοσημείωτες παρακαταθήκες. Στη ζωή του ως απλός πολίτης ήταν ένας από τους κορυφαίους Έλληνες δημοσιογράφους. Ρεπόρτερ με ‘’κάκαλα’’ – όχι αστεία.
Μόνον που, ως κανονικός άνθρωπος, είχε δυο μεγάλα πάθη. Τον τζόγο και τις γυναίκες. Τα οποία όταν – προσωρινά – έβαλε τη δημοσιογραφία σε δεύτερο πλάνο για χάρη της πολιτικής τα ‘’πήρε μαζί του’’ κατ’ αρχάς, στο κοινοβούλιο κι ύστερα στο υπουργείο…
Γιοχάνεσμπουργκ, Νότια Αφρική, Άνοιξη του 1995. Εδώ σε αυτήν την παράξενη εσχατιά του κόσμου, έβγαλε τούτην τη φορά, ο δρόμος τον υπουργό μας. Ένα τσούρμο άνθρωποι στο κατόπι του: Συνεργάτες, σφουγγοκωλάριοι, δημοσιογράφοι . Όχι από κάποιο πείσμα επίδειξης. Τότε ήταν ακόμη εποχή τροφαντών αγελάδων. Διεκδικούσαμε τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004 κι ο υπουργός από στρατηγική επιλογή έπαιρνε μαζί σε κάθε αποστολή διαφορετικούς δημοσιογράφους, έτσι για δώρο, για δημόσιες σχέσεις. Διάβολε! Ολυμπιακές επιτροπές πήγαινε να ψήσει. Και δημοσιογράφος κι ο ίδιος, το παιχνίδι το ‘ξερε καλύτερα από τον καθέναν. Οι Έλληνες έμπαιναν στο ξενοδοχείο, λεφούσι. Πολυτελείας το ξενοδοχείο, δεν λέω, αλλά δινόταν η εντύπωση ότι τέτοιες πιένες δεν ζούσε και πολύ συχνά. Άλλωστε η πόλη, αλλά και γενικότερα η χώρα είχε απαλλαγεί από το άγος του άπαρτχάιντ εδώ και σκάρτα 2 χρόνια, ο Μαντέλα έχει ανέλθει στην προεδρία της χώρας δυο χρόνια πριν, αλλά η πλήρης ηρεμία δεν έχει επέλθει ακόμα…
Στο ξενοδοχείο, ο υπουργός είχε ολοκληρώσει τις τυπικές διαδικασίες της reception και με ένα κλείσιμο του ματιού σε ένα στενό του συνεργάτη δίνει το παρασύνθημα. Και σε λίγες στιγ
μές ο υπουργός, μια μικρότερη κουστωδία από πριν και μια διακριτική καφετιά τσάντα βρίσκονταν στο υπερπολυτελές και συγκριτικά πιο ασφαλές από το εξωτερικό περιβάλλον, καζίνο του κοσμοπολίτικου ξενοδοχείου. Δυο ώρες μετά, η παρέα ανέβηκε συνοφρυωμένη και η καφετιά τσάντα, αισθητά ελαφρύτερη. Χάσαμε. Αμέσως ο υπουργός ζήτησε να συναντήσει έναν επιχειρηματία που ασχολείτο με εξόρυξη διαμαντιών και πολυτίμων λίθων σε ολόκληρη την Αφρικανική ήπειρο, με ορμητήριο την Κένυα. Με τον υπουργό τα είπαν σε φιλικό τόνο αλλά και ήχο κατεπείγοντος:
– Σταύρο απόψε έχασα πολλά από τα χρήματα της αποστολής στο καζίνο. Κι αν δε μου δώσεις εσύ 10 χιλιάδες δολάρια, μπορεί να μείνουμε εδώ αμανάτι. Άσε που πρέπει να λογοδοτήσω και στον πρωθυπουργό. Σταύρο με σώζεις.
– Κάτι θα κάνουμε. Μόνο που δεν έχω μαζί μου 10 χιλιάρικα. Θα σου δώσω εδώ έξι χιλιάδες και τα υπόλοιπα στην Αθήνα. Φρόντισε να μην εκτεθώ…
Η αποστολή αναχώρησε τη επομένη χωρίς να αφήσει ούτε μισή εκκρεμότητα. Είχε μάλιστα στις αποσκευές της και μια σημαντική επιτυχία καθώς η Ολυμπιακή επιτροπή της Νοτίου Αφρικής έβγαλε ανακοίνωση πανηγυρικά θετική για την Ελληνική υποψηφιότητα.
Αθήνα, μια εβδομάδα αργότερα ,
Τα δημοσιογραφικά γραφεία είχαν βουίξει. Ο υπουργός είχε καλέσει συνέντευξη τύπου. Είχε κλαπεί από το γραφείο του ένας πίνακας αξίας του Πικάσο. Μετά από δυο μέρες σήμανε άρση συναγερμού. Ο πίνακας βρέθηκε αίφνης στην αποθήκη του υπουργείου. Κι έτσι, ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Η υπόθεση έκλεισε όσο αθόρυβα άνοιξε. Κι έμεινε, μια αφήγηση που θα μπορούσε να είναι απλά ένα διήγημα, ή μια ωμή αλήθεια… Αποφασίστε…