Γιώργος Τζαβέλας : Ο Τζέντελμαν από το Σούλι με το ”χρυσό” αποτύπωμα στον Ελληνικό κινηματογράφο
Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

Ο Γιώργος Τζαβέλας, είναι ένα τεράστιο ξεχωριστό κεφάλαιο στον Ελληνικό κινηματογράφο , ένα από τα βασικά δομικά  συστατικά της ιστορίας του. Θα μπορούσαμε να ενισχύσουμε αυτήν την άποψη και μόνο με την αναφορά ενός κομματιού του έργου του: Τα ”Χειροκροτήματα”, ο ”Μεθύστακας” που από το 1948, περίμενε πολλές δεκαετίες για να ”αποκαθηλωθεί” από την κορυφή της απόλυτης αποθέωσης, η ”Κάλπικη Λίρα” που αποτέλεσε μια κλασική πλήρη αποτύπωση της εποχής της, ως η πρώτη σπονδυλωτή Ελληνική ταινία, ”Το Σοφεράκι” που αποκάλυψε ουσιαστικά την κωμική φλέβα του τεράστιου Μίμη Φωτόπουλου. Το σημείωμα θα μπορούσε να ολοκληρωθεί εδώ με μόνη προσθήκη μερικούς ακόμη τίτλους ταινιών   που σχεδόν όλες προκάλεσαν αίσθηση σε μια εποχή, σχεδόν εμβρυακή για τον Ελληνικό κινηματογράφο. Ο στόχος όμως δεν είναι αυτός… Τούτες οι γραμμές φιλοδοξούν να ”γνωριστούν” με αυτόν τον ”γνωστό – άγνωστο” ενηλικιωτή της Ελληνικής εκδοχής της 7ης τέχνης ”ψιλαφώντας” κάποια από τα χνάρια του.
Έχει ενδιαφέρον ας πούμε να διαπιστώνουμε, ερευνώντας αυτόν τον αστό με την έμφυτη ευγένεια που ήταν απευθείας απόγονος της τιμημένης Σουλιώτικης φάρας των Τζαβελέων, ότι αγαπούσε με πάθος τον Κινηματογράφο από την εποχή που ήταν άγνωστη, όχι μόνο ως τέχνη, αλλά και ως λέξη ακόμη για τους πολλούς. Ο Γιώργος Τζαβέλας ήταν αυτοδίδακτος και ρίχτηκε με φλόγα άσβεστη στη δημιουργία.
Το 1927 θα παρακολουθήσει τις Δελφικές Εορτές του Άγγελου και της Εύας Σικελιανού. Θα μαγευτεί και θα συγκινηθεί τόσο πολύ με την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος ώστε έθεσε ως στόχο την ενασχόλησή του μια μέρα με την τραγωδία. Θα το καταφέρει τελικά 35 χρόνια μετά, γυρίζοντας την εξαίσια και πρωτοπόρα για την εποχή της «Αντιγόνη». Ωστόσο, θα μαγευτεί και με έναν ακόμη θρύλο, αυτή τη φορά στις κινηματογραφικές αίθουσες όπου θα γίνει μόνιμος θαμώνας και θα «σπουδάσει» τον κινηματογράφο. Αυτός ο θρύλος ήταν ο Τσάρλι Τσάπλιν. Ο περίφημος Σαρλό και οι ταινίες του θα τον γοητέψουν τόσο που θα πάρει την απόφαση να ασχοληθεί στη ζωή του, με αυτό που αγαπά περισσότερο, δηλαδή, το σινεμά.
Αρχικά, σε συνεργασία με το Νίκο Τσιφόρο θα γράφει το πρώτο θεατρικό του έργο, «Ο κλέφτης της Καρδιάς μου», που παρουσιάστηκε ως οπερέτα, το 1936. Ανέβηκε από το θίασο Ορέστη Μακρή-Μίσιου Χαντά-Παρασκευά Οικονόμου, στο θέατρο Μακεδού, με μουσική δική του – χωρίς να ξέρει καν νότες. Ήταν μόλις στα δεκαεννέα του και, για χάρη του πατέρα του, φοιτητής της Νομικής. Την ίδια χρονιά άνοιξε τον κινηματογράφο Ρουαγιάλ στην Πατησίων.[3]

Στη συνέχεια θα πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο ως στρατιώτης και επιστρέφοντας θα ζήσει την Κατοχή. Ως παθιασμένος κινηματογραφιστής κατέγραφε με την κάμερα του σημαντικές στιγμές εκείνης της περιόδου, όπως την υποστολή της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη. Το οπτικό αρχειακό υλικό εκείνων των ιστορικών γεγονότων το οφείλουμε στον Τζαβέλλα. Επίσης, λίγο πριν την απελευθέρωση, με τη βοήθεια του παραγωγού Μαυρίκιου Νόβακ θα γυρίσει την πρώτη δραματουργικά και τεχνικά άρτια ελληνική ταινία, τα «Χειροκροτήματα».

Μετά την Κατοχή, θα ανεβάσει το ρομαντικό δράμα «Παραμύθι ενός Φεγγαριού», που παίχτηκε από το θίασο Μαρίκας Κοτοπούλη στο θέατρο Ρεξ, το 1946. (Θα ανέβει ξανά στο ραδιόφωνο σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Γρηγορίου, ΕΙΡΤ, 1972). Την ίδια χρονιά η δεύτερη ταινία του Τζαβέλλα, το μελόδραμα «Πρόσωπα λησμονημένα», σηματοδότησε την πρώτη συνεργασία του με τη Φίνος Φιλμ.

Το 1950 θα ξεκινήσει η θριαμβευτική δεκαετία της καλλιτεχνικής του πορείας, με την τεράστια εισπρακτική επιτυχία «Ο Μεθύστακας». Την ίδια περίοδο 1950-1951 θα γράψει τα θεατρικά έργα (επιθεωρήσεις) «Αθάνατος ρωμιός», «Η γυναίκα με το βέτο», «Πάμε πρίμα», «Όλα τον ανήφορο» μαζί με το Γιώργο Θίσβιο και τον Ασημάκη Γιαλαμά για το θίασο Κυριάκου Μαυρέα-Νίκου Σταυρίδη-Σπεράντζας Βρανά. Το 1959 κάνει τη μεγαλύτερη θεατρική του επιτυχία, «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», με πρωταγωνιστές το Βασίλη Λογοθετίδη και την Ίλια Λιβυκού, στο θέατρο Αθηνών.

Το 1944 με την ταινία «Χειροκροτήματα» επανέφερε στο προσκήνιο τον αλησμόνητο Αττίκ. Χωρίς χρήματα, στούντιο και τεχνικά μέσα, ο Τζαβέλλας γύρισε την ταινία στο πίσω μέρος της οθόνης του κινηματογράφου Ρεξ, ένα από τα κτίρια στα οποία οι Γερμανοί παρείχαν ηλεκτρικό ρεύμα όλο το 24ωρο. Η ταινία, σε σενάριο δικό του, έγινε τεράστια επιτυχία εκείνη τη μαύρη περίοδο, παρότι ορισμένες φορές ήταν εμφανέστατη η απειρία του νεαρού σκηνοθέτη. Ο Αττίκ λίγο καιρό μετά τα γυρίσματα αυτοκτόνησε. Το 1946 προβάλλεται η ταινία του «Πρόσωπα λησμονημένα», την οποία ο ίδιος ο Τζαβέλλας θεωρούσε μέτρια. Ήταν τότε που ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα και η προβολή της είχε προκαλέσει προβλήματα εξαιτίας των αριστερών ηθοποιών που αναγράφονταν στην αφίσα της.

Το 1948, επιμένοντας να γυρίζει ελληνοκεντρικά θέματα που ήταν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του, θα σκηνοθετήσει το αισθηματικό δράμα «Μαρίνος Κοντάρας», σε παραγωγή και πάλι της Νόβακ Φιλμ. Εδώ βασίζει το σενάριο του στο ομότιτλο διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη και η ταινία αποτελεί μια από τις πρώτες απόπειρες κινηματογραφικής απόδοσης έργου της ελληνικής πεζογραφίας. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο θα παίξει ο Μάνος Κατράκης – λίγο προτού εξοριστεί στη Μακρόνησο. Ο Τζαβέλλας δεν κάμφθηκε από τις δυσκολίες των γυρισμάτων σε Πάρο και Σαντορίνη και ως πρωτοπόρος κατάφερε να συμμετάσχει στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ στο Βέλγιο, συστήνοντας τον ελληνικό κινηματογράφο στο εξωτερικό.

«Ο Μεθύστακας» είναι ένα εξαίσιο συγκινητικό μελόδραμα, με τον Ορέστη Μακρή στον ομώνυμο ρόλο και το Δημήτρη Χορν. Γυρίστηκε το 1950 και υπήρξε η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Σ’ αυτή την ταινία ο Τζαβέλλας συμμετείχε και ως παραγωγός μαζί με το Φίνο γιατί ο τελευταίος δεν θεωρούσε ότι θα μπορούσε να γίνει επιτυχία. Το 1952 θα κάνει ακόμη ένα μελόδραμα, «Ο Γρουσούζης», με έντονα κοινωνικά και ηθογραφικά στοιχεία και πάλι με τον Ορέστη Μακρή. Ωστόσο θα διανθίσει το σενάριο με κωμικά στοιχεία, ενώ μια σειρά από αξιόλογους καρατερίστες – ανάμεσά τους και ο νεαρός Ντίνος Ηλιόπουλος στο ρόλο ενός γέροντα – θα συμβάλλουν στην επιτυχία της ταινίας, της οποίας, εκτός από την παραγωγή, ο Φίνος είχε αναλάβει και το μοντάζ. Την ίδια χρονιά θα γυρίσει το φιλμ «Η Αγνή του λιμανιού» με πρωταγωνίστρια την Ελένη Χατζηαργύρη και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Πρώτη επιλογή του Τζαβέλλα υπήρξε η Μελίνα Μερκούρη αλλά δεν έγινε αποδεκτή από το Φίνο.

Το 1953 θα σκηνοθετήσει μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, την απολαυστική αισθηματική κωμωδία «Το Σοφεράκι» με πανέξυπνο δικό του σενάριο, απίστευτες ατάκες, ρυθμό, κεφάτες ερμηνείες και το Ντίνο Κατσουρίδη στο μοντάζ. Το 1956 θα έρθει η ώρα του «Ζηλιαρόγατου», μιας ξεκαρδιστικής κωμωδίας αισθηματικών παρεξηγήσεων, με το Βασίλη Λογοθετίδη και ένα υπέροχο καστ συμπρωταγωνιστών, σε παραγωγή της Ανζερβός. Το 1958 θα γυρίσει την αισθηματική κωμωδία «Μια ζωή την έχουμε», με το Δημήτρη Χορν και την Υβόν Σανσόν, της οποίας τα τερτίπια και η συμπεριφορά της προκάλεσαν την οργή όλων των συντελεστών, ενώ το ντουμπλάρισμά της που έκανε η Θεανώ Ιωαννίδου δεν ταίριαζε με το σνομπ χαρακτήρα της. Η ταινία στην εποχή της ήταν μία αποτυχία και είναι άγνωστο αν τελικά θα γινόταν αγαπητή από το κοινό με την Αλίκη Βουγιουκλάκη που ήταν η αρχική επιλογή. Στο ρόλο του Δημήτρη Χορν υπήρξε πρόταση να παίξει ο Βασίλης Λογοθετίδης.

Την τελευταία του ταινία θα την γυρίσει το 1965. Πρόκειται για την κλασική αισθηματική κωμωδία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», με το Γιώργο Κωνσταντίνου και τη Μάρω Κοντού. Το θέμα της ιστορίας είναι μια μεγάλη αγάπη αλλά και η εποχή της αντιπαροχής και του γκρεμίσματος όλων αυτών που μας ένωναν ως κοινωνία, παρά τα όποια στερεότυπα και τις ασήμαντες διενέξεις.

Επίσης, έγραψε την περίφημη σειρά «Η αλυσίδα ενός φιλμ» για το περιοδικό «Καινούργια Τέχνη», 1964, στοχεύοντας στην εισαγωγή του μέσου αναγνώστη στην κινηματογραφική τέχνη. Σε αυτά τα κείμενα ο Τζαβέλλας με απλό και κατανοητό λόγο μιλάει για τη δουλειά του σκηνοθέτη, του ηθοποιού, του οπερατέρ, για το σενάριο αλλά και για τη σημασία που έχουν οι τίτλοι αρχής σε μια ταινία.
Το 1974 με τη Μεταπολίτευση, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τού αναθέτει  τη θέση του Προέδρου των Γενικών Κινηματογραφικών Επιχειρήσεων, που υπήρξε προπομπός του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΕ). Συμμετείχε στη σύνταξη του πρώτου νόμου για την εθνική κινηματογραφία.
ο Γιώργος Τζαβέλας δεν δίσταζε να αξιοποίει ακόμη και ηθοποιούς που το τότε ”σύστημα” θεωρούσε ”τελειωμένους” – και να παίρνει τον καλύτερο τους εαυτό. Ο Γιώργος Τζαβέλλας θεωρείται ο πρώτος σκηνοθέτης που αποδέσμευσε τους ηθοποιούς του κινηματογράφου από το στομφώδες θεατρικό παίξιμο καθώς και ο πρώτος που εισήγαγε τον διπλό άξονα αφήγησης («Ιστορία μιας κάλπικης λίρας») και τη σπονδυλωτή άρθρωση («Μεθύστακας»). Μέσα από τη μυθοπλασία των ταινιών του έδινε την αίσθηση του πραγματικού, με ηθικολογικές προσεγγίσεις και στοιχεία νεορεαλισμού (Η Αγνή του λιμανιού). Ήταν ο δημιουργός εκείνος που ενηλικίωσε το ελληνικό σινεμά και ο πρώτος που του έδωσε την ώθηση που έπρεπε εκτός συνόρων της Ελλάδος.
Ο ίδιος ο Γιώργος Τζαβέλλας είχε δηλώσει: «θα είχαμε πολλά να κερδίσουμε αν στρεφόμασταν σε θέματα καθαρώς ελληνικού χρώματος, σε συνδυασμό με τις φυσικές καλλονές του τόπου. Είναι ο μόνος τρόπος ν’ αποφύγουμε τη συντριπτική σύγκριση με τον πλούτο των σκηνικών που παρουσιάζουν τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά φιλμ. Μ’ άλλα λόγια, την έλλειψη να την κάνουμε πρωτοτυπία, δημιουργώντας ιδιότυπο ελληνικό φιλμ. Κι άλλωστε, αυτή θα είναι η προσωπικότητα του ελληνικού κινηματογράφου: ”το ελληνικό θέμα”».
Ο θάνατος της αγαπημένης του γυναίκας το Δεκέμβριο, 1969 τον απομάκρυνε αρκετά από τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Μέχρι το τέλος της ζωής του αφιερώθηκε στη συγγραφή της αυτοβιογραφίας του και την τακτοποίηση του κινηματογραφικού του αρχείου. Στις 18 Οκτωβρίου, 1976 θα πεθάνει από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο, λίγες ημέρες μετά το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, για το οποίο πάσχισε ως ένθερμος υποστηρικτής του.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *