Η επικοινωνία δεν γεμίζει τσέπες
- Η κυβέρνηση τα έχει κάνει μαντάρα με την καθημερινότητα των πολιτών, αλλά εξακολουθεί να ασχολείται με τις δημοσκοπήσεις
Του Μιχάλη Κωτσάκου
Από την πρώτη ημέρα που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τον Ιούλιο του 2019, έδωσε τεράστια βάση στην επικοινωνία και στην εικόνα που περνούσε προς τα έξω, η οποία τις περισσότερες φορές ήταν επίπλαστη.
Αυτό βοήθησε και να μην ακούγονται οι όποιες αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης, ενώ βοήθησε πάρα πολύ στο να επιτευχθεί και η δεύτερη συνεχόμενη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, του Μαΐου και του Ιουνίου του 2023 με το ιλιγγιώδες 41%.
Οπότε η κυβέρνηση συνεχίζει στον ίδιο δρόμο, δίχως να δίνει ουσιαστικές λύσεις στην καθημερινότητα των πολιτών, επιμένοντας να διαχειρίζεται επικοινωνιακά τις κρίσεις. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι το κυβερνών κόμμα έχει υποστεί τεράστια ρωγμή στις δυνάμεις του στον αγροτικό κόσμο. Και με τις αγροτικές κινητοποιήσεις που αισίως έχουν ξεπεράσει τις 45 ημέρες, αλλά και με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου κάνει τιτάνια προσπάθεια να καλύψει τις ευθύνες της.
Έτσι ξαφνικά το τελευταίο δεκαήμερο διαβάζουμε για προγραμματισμό εκ μέρους του ΕΦΚΑ για αποπληρωμή όλων των αναδρομικών στους συνταξιούχους. Δηλαδή βλέπουμε ότι η κυβέρνηση αναζητεί τρόπους να εδραιώσει την κυριαρχία της και στους συνταξιούχους. Διότι στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις (2019 και 2023), η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα σε μεγάλο ποσοστό επέλεξε τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνταξιούχοι σώνει και καλά θα ψηφίσουν εκ νέου τη Νέα Δημοκρατία, ή ότι η ψήφος της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας είναι δεδομένη. Τουναντίον ουκ ολίγες φορές στην εκλογική ιστορία της χώρας έχουμε δει τεράστιες μετακινήσεις. Τελευταίο παράδειγμα οι ευρωεκλογές του 2019. Τότε η κυβέρνηση Τσίπρα λίγα 24ωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες «φόρτωσε» τους λογαριασμούς των συνταξιούχων με ένα επίδομα, το οποίο το ονόμασε 13η σύνταξη. Οι συνταξιούχοι πήραν τα χρήματα, αλλά στην κάλπη ψήφισαν μαζικά τη Νέα Δημοκρατία.
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αποπληρωμή των αναδρομικών που διαρρέεται εντέχνως δεν αφορά το σύνολο των συνταξιούχων, αλλά μόνο όσους δικαιώθηκαν δικαστικά (δηλαδή είχαν διεκδικήσει με αγωγές αυτά τα χρήματα) και όλους όσοι έχουν λαμβάνειν από τους επανυπολογισμούς. Διότι όλοι οι υπόλοιποι που άκουσαν τα κυβερνητικά στελέχη, αλλά και τον τότε Κυβερνητικό Εκπρόσωπο Στέλιο Πέτσα, ότι θα λάβουν τα αναδρομικά του ενδεκάμηνου από την κατάργηση των πετσοκομμένων δώρων του 11μηνου (Ιούλιος 2015-Ιούνιος 2015) με το νόμο Κατρούγκαλου, δεν θα λάβουν μία. Διότι πολύ απλά η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε μία ωραιότατη… κυβίστηση, όπως είχε πράξει νωρίτερα ο Αλέξης Τσίπρας.
Το έχουμε δει και παλιότερα το πώς οι συνταξιούχοι που στήριζαν με πάθος το ΠΑΣΟΚ, το εγκατέλειψαν με αποτέλεσμα το Κίνημα να βρεθεί στις εκλογές του Ιανουαρίου στο 2015 στην τελευταία θέση με ένα ποσοστό, λίγο πάνω από το 4,5% (4,68%). Ένα ποσοστό που αποτέλεσε το ιστορικό χαμηλό για το κόμμα που ίδρυσε το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Αυτά τα δύο που προανέφερα αποτελούν τρανό παράδειγμα, ότι καμία ψήφος δεν είναι δεδομένη. Ο κάθε ψηφοφόρος κρίνει πρωτίστως με βάση τα συμφέροντα του. Δηλαδή το ποιος πιστεύει ότι θα του εξασφαλίσει καλύτερο οικονομικό μέλλον.
Η ατάκα για την οικονομία
Εξάλλου λίγο-πολύ όλοι οι αναγνώστες έχουν διαβάσει την φράση του γνωστού πολιτικού αναλυτή Τζέιμς Κάρβιλ «είναι η οικονομία ανόητε». Ο Κάρβιλ ήταν ο επικεφαλής της προεκλογικής καμπάνιας του Μπιλ Κλίντον το 1992, που στο τέλος επικράτησε του Τζορτ Μπους του πρεσβύτερου κι εξελέγη για πρώτη φορά πρόεδρος των ΗΠΑ. Σε μία από τις συσκέψεις στο προεκλογικό επιτελείο του Κλίντον υπήρχε έντονη αντιπαράθεση για το εάν πρέπει να αναδείξουν το θέμα του πολέμου στο Ιράκ, ή τις σχέσεις με την Ρωσία. Ο Κάρβιλ με την συγκεκριμένη φράση θέλησε να αναδείξει ότι οι εκλογές θα κριθούν με βάση την οικονομία.
Τελικά η φράση «είναι η οικονομία ανόητε» μετατράπηκε σε σύνθημα της προεκλογικής καμπάνιας του Κλίντον, το οποίο οδήγησε σε νίκη όχι μόνο το 1992, αλλά και το 1996. Και να σημειωθεί ότι η φράση αυτή έστειλε μαζικά την μεσαία τάξη των ΗΠΑ στην επιλογή του Κλίντον.
Η συγκεκριμένη ατάκα «είναι η οικονομία ανόητε» παίζει τον πρώτο ρόλο σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις, σε όλα τα κράτη της γης. Και δεν μιλάμε για την οικονομία γενικότερα, αλλά για την καθημερινή οικονομία των πολιτών. Δηλαδή τα έσοδα και τα έξοδα της οικογένειεας. Εκεί στηρίχθηκε και στην προεκλογική καμπάνια του ο Ντόναλντ Τραμπ. Η οικονομία επί Μπάιντεν απέκτησε πανίσχυρες βάσεις και μπήκε σε τροχιά ανάπτυξης, που μπορεί κάποια στιγμή να θυμίσει την χρυσή οκταετία 1992-2000, όμως ο πληθωρισμός έτρεχε και ταλάνιζε την αμερικανική κοινωνία. Και στις εκλογές οι πολίτες δεν ψήφισαν με βάση την οικονομική κατάσταση της χώρας, αλλά την δική τους οικονομική δυσχέρεια. Κι επέλεξαν τον Τραμπ, που υποσχέθηκε ότι θα πατάξει τον πληθωρισμό.
Οπότε καλό είναι η κυβέρνηση να ασχοληθεί, όχι με το αφήγημα της ισχυρής οικονομικά Ελλάδας σύμφωνα με τους οικονομικούς οίκους αξιολόγησης, αλλά με την καθημερινότητα, όπου στην κυριολεξία τα έχει κάνει μαντάρα. Εξάλλου σε αυτό συμφωνούν όλες οι στατιστικές αρχές. Όσο οι τιμές δεν συγκρατούνται, τόσο η δυσαρέσκεια θα ανεβαίνει. Τόσο απλά, τόσο ξεκάθαρα. Οι δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν πανάκεια, ούτε εκλογικό αποτέλεσμα.