Αποχαιρετώντας τον Δημήτρη Κωνσταντάρα…

Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

Ξέρω ότι πολλοί από τους ‘’συνοδοιπόρους’’ μου στο δημοσιογραφικό μετερίζι, θα ήταν πιο ‘’ευπώλητο’’ να διηγηθώ την ιστορία ενός θυελλώδους καυγά που είχα με τον Δημήτρη Κωνσταντάρα, το 2010, στα γραφεία της εφημερίδας ‘’ΧΩΡΑ’’ στην Μεταμόρφωση, εξ’ αιτίας της θέσης που μου είπε, ο μακαρίτης ο Τράγκας, να κάτσω και ήταν η θέση του αείμνηστου Δημήτρη, ενώ εκείνος έλειπε. Δεν θα τους κάνω τη χάρη όμως, όχι γιατί ‘’ο νεκρός δεδικαίωται’’ – αφού αυτό δεν συμβαίνει πάντα- αλλά κυρίως γιατί σε εκείνη την περίπτωση ο Δημήτρης Κωνσταντάρας, απέδειξε το μεγαλείο που τον διέκρινε, αυτό που συνήθως συνοδεύει την παραδοχή της υπερβολής.

Αλλά και γιατί, ο Δημήτρης Κωνσταντάρας, ήταν και για μένα προσωπικά, πολλά και σημαντικά πράγματα, πριν και μετά από αυτόν τον ανόητο καυγά. Ο Δημήτρης ήταν μια ζωντανή ιστορία σε πολλά επίπεδα, που είχα την ευλογία να συναντήσω στον δρόμο μου…

Ήταν εκείνος που δέχθηκε με πολλή χαρά να με στηρίξει, όταν το 2006 κατέβηκα υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος Γλυφάδας με τον Γιάννη Θεοδωρόπουλο, μετέπειτα δήμαρχο: ‘’Θα ρθω σπίτι σου, θα πω καλά λόγια για σένα και δεν θα πω ψέματα γιατί σε ξέρω και θα βάλω δικούς μου να ψηφίσουν’’, μου είπε μια μέρα στο γραφείο του. Κι έγιναν όλα όπως είπε.

Με υποδέχτηκε θερμά και με έμπρακτη διάθεση να με βοηθήσει, πέντε χρόνια αργότερα στον πρώτο όροφο του Αθήνα 984, όταν η ‘’υπηρεσία’’ με έστειλε στο γραφείο τύπου του σταθμού. Κι όταν κατάλαβε ότι με πείραξε κάπως αυτή η μετακίνηση γιατί τη θεώρησα ‘’ψυγείο’’, ο ίδιος ήρθε και μου είπε: ‘’Μη σκας. Έτσι δουλεύουν εδώ. Θεωρούν ότι όλοι είναι για όλα. Και σε αυτό το ρολόι φθείρουν και τους ικανούς’’.

Κάποτε πιάσαμε μια μεγάλη κουβέντα που ξεκίνησε από τον Ντέταρι και απόληξε στον τρισμέγιστο πατέρα του, τον Λάμπρο. Τον οποίον τύχαινε να έχω συναντήσει τρεις φορές  στα εφτά μου χρόνια γιατί συνήθιζε να έρχεται κάποιες Κυριακές στο πατρικό μου σπίτι στα Σούρμενα και να παίζει τάβλι με τον παππού μου τον Άγγελο.

‘’Καλός παίχτης, ο πατέρας μου, αλλά συχνά τα τσιμπούσε τα ζάρια’’, μου λεγε ο Δημήτρης με εκείνο το τεράστιο, βαθύκαρδο χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που έσβησε για πάντα. Έχοντας όμως σφραγίσει μιαν ολόκληρη, καλύτερη από τη σημερινή, εποχή…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *