Αποχαιρετισμός στην Μπριζίτ Μπαρντό…
Επιμέλεια : Γιάννης Βασιλακόπουλος

‘’Και ο θεός έπλασε τη γυναίκα.’’ , ήταν ο τίτλος της ταινίας που αποκάλυψε από το 1956, τη γυναίκα που πρόσθετε στην απαράμιλλη ομορφιά της τον αισθησιασμό, αλλά κι έναν δυναμισμό που συνέθετε μια πολυσχιδή προσωπικότητα. Ο σκηνοθέτης Ροζέ Βαντίμ, ο τότε σύζυγος της Μπριζίτ Μπαρντό, εκτόξευσε – εύκολα πάντως – την μετέπειτα Εθνική σταρ της Γαλλίας, δίνοντας της ‘’μυθική διάσταση’’, διάσταση συμβόλου του σεξ, τέτοια που ουσιαστικά την ακολούθησε ως τα βαθιά της γεράματα.
Υπό τη σκηνοθεσία του τότε συζύγου της, Ροζέ Βαντίμ, η Μπαρντό απελευθέρωσε μια αισθησιακή, αδιαμφισβήτητη σεξουαλικότητα που έδωσε την αίσθηση ότι ξαφνικά άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα της Γαλλίας και άφησε να μπει μια αναζωογονητική ριπή φρέσκου αέρα
Μια ριπή που δεν άργησε να ταξιδέψει και να μείνει τελικά αιώνιο σήμα κατατεθέν της ζωής σαν παραμύθι της θρυλικής ‘’Μπε –μπε’’. Μιας ζωής που άρχισε στις 28 Σεπτεμβρίου 1934, στο νούμερο 5 της Πλατείας Βιολέ, στο 15ο διαμέρισμα του Παρισιού. Καταγόμενη από ένα αστικό περιβάλλον, με πατέρα βιομήχανο, ιδιοκτήτη των εργοστασίων Μπαρντό, και μητέρα που ασχολούνταν με οικιακά, η νεαρή Μπριζίτ έλαβε αυστηρή μόρφωση στο πλευρό της αδερφής της, Μαρί-Ζαν.
Σύντομα χάραξε δικό της δρόμο, επιλέγοντας κατ’ αρχάς το μόντελινγκ και στην συνέχεια, τον κινηματογράφο ως ‘’μονόδρομο’’ της μοίρας.
Στο δοκίμιό της «Η Μπριζίτ Μπαρντό ή το πρόβλημα της γυναικείας κωμωδίας», η ακαδημαϊκός Ζινέτ Βινσεντό επεσήμανε ότι η προσοχή που συγκέντρωνε η Μπαρντό τείνει να επικεντρώνεται στο σεξ απίλ της, αλλά ότι οι περισσότερες επιτυχίες της ήταν κωμωδίες, ξεκινώντας από το «Naughty Girl» (Η Σκανταλιάρα) το 1956, που επωφελήθηκαν από τον παιχνιδιάρικο φυσικό της χαρακτήρα και την ενέργειά της, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο ανέτρεπε το στερεότυπο της «χαζής ξανθιάς».
Ενώ αυτές οι ταινίες τείνουν να είναι χρυσωρυχεία για το box office, η Μπαρντό επίσης επιχειρεί με επιτυχία πιο σοβαρές ταινίες, με πιο αξιοσημείωτες το νουάρ δράμα του Ανρί-Ζορζ Κλουζό «Η Αλήθεια» (1960 /La Vérité) και τον μεθυστικό ύμνο του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ στον κινηματογράφο, «Η Περιφρόνηση» (1963 / Le Mépris).
Η λαμπρή καριέρα της διακόπηκε μετά από δική της προσωπική απόφαση, πολύ πρόωρα, στα μέσα της δεκαετίας του ’70,πριν κλείσει τα 40.Κι όμως ο μύθος της συνέχισε να γράφεται σε κάθε της βήμα, με κάθε ευκαιρία. Γύρισε 45 ταινίες, ερμήνευσε περίπου 2 χιλιάδες τραγούδια, παντρεύτηκε τέσσερις φορές κι έκανε τρεις απόπειρες αυτοκτονίας, ευτυχώς αποτυχημένες σε μια γκρίζα περίοδο που κατατρυχόταν από τον εφιάλτη της κατάθλιψης.
Σε συνέντευξή της στο The New York Times το 1994, η Μπαρντό είπε ότι πάντα αγαπούσε τα ζώα: «Αλλά όταν γύριζα ταινίες, ανακάλυψα ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ του να αγαπάς τα ζώα και του να αγωνίζεσαι για αυτά — και δεν είχα χρόνο να αγωνίζομαι για αυτά. Γι’ αυτό εγκατέλειψα τον κινηματογράφο. Σταμάτησα να γυρίζω ταινίες για να φροντίζω τα ζώα».
Αποσύρθηκε στη μεσογειακή πόλη του Σαιν-Τροπέ, όπου είχε δύο ακίνητα, ένα από τα οποία ήταν διάσημο από το τραγούδι της «La Madrague». Από εκεί, αφιερώθηκε πλήρως σε ένα είδος ριζοσπαστισμού που δεν επιδεικνύουν συχνά οι διασημότητες.
Με το πέρασμα των δεκαετιών, η Μπαρντό έγινε εξίσου διάσημη για τις πολιτικές της απόψεις όσο ήταν κάποτε για την καριέρα της. Έδινε τακτικά συνεντεύξεις και εξέφραζε ελεύθερα τις σκέψεις της, συνήθως για να θρηνήσει την κατάσταση του κόσμου γενικά και της χώρας της ειδικότερα.
Πίστευε, για παράδειγμα, ότι μόνο η πολιτική δεξιά — μέχρι τα άκρα του Εθνικού Μετώπου και του διαδόχου του, του Εθνικού Συναγερμού — μπορούσε να σώσει μια παρακμιακή Γαλλία. Νωρίτερα φέτος, εξέφρασε την υποστήριξή της στους Ζεράρ Ντεπαρντιέ και Νικολά Μπεντό, οι οποίοι έχουν καταδικαστεί και οι δύο για σεξουαλική επίθεση.
Από τις 28 Δεκεμβρίου το απόλυτο σύμβολο του σεξ, του καιρού μας, ταξιδεύει στην αιωνιότητα, το χοροστάσι των Θεών…