Της Μαρίας Ελένη Σταχτή
Η “παγίδα του Θουκυδίδη” είναι μια ενδιαφέρουσα έννοια για την ανάλυση διεθνών σχέσεων. Ο Θουκυδίδης, στην “Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου”, περιγράφει πώς η άνοδος της Αθήνας ως δύναμης και ο φόβος που προκάλεσε στη Σπάρτη οδήγησαν σε έναν καταστροφικό πόλεμο.
Ο Graham Allison, στο έργο του Destined for War, επεκτείνει αυτή την ιδέα, εξετάζοντας ιστορικά παραδείγματα όπου μια ανερχόμενη δύναμη (rising power) απειλεί μια κατεστημένη (established power). Σύμφωνα με την ανάλυσή του, από τις 16 περιπτώσεις τα τελευταία 500 χρόνια που παρατηρήθηκε τέτοια δυναμική, οι 12 κατέληξαν σε πόλεμο. Η σχέση ΗΠΑ-Κίνας σήμερα θεωρείται από πολλούς κλασικό παράδειγμα αυτής της “παγίδας”, με την Κίνα να ανεβαίνει οικονομικά και στρατιωτικά, ενώ οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους. Η ένταση εκδηλώνεται σε τομείς όπως το εμπόριο, η τεχνολογία (π.χ. Huawei, 5G) και η στρατιωτική παρουσία στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας.
Ο πόλεμος Ουκρανίας-Ρωσίας δεν ταιριάζει απόλυτα στο μοντέλο της “παγίδας του Θουκυδίδη”, καθώς η Ρωσία δεν είναι ακριβώς “ανερχόμενη δύναμη” (ήταν ήδη υπερδύναμη κατά τον Ψυχρό Πόλεμο), ενώ η Ουκρανία δεν είναι “κατεστημένη δύναμη”. Ωστόσο, η ευρύτερη δυναμική της Δύσης (κυρίως ΗΠΑ/ΝΑΤΟ) έναντι της Ρωσίας μπορεί να ερμηνευθεί ως μια παραλλαγή αυτής της έντασης, όπου η Ρωσία βλέπει την επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά ως απειλή για την περιφερειακή της επιρροή, ενώ η Δύση αντιλαμβάνεται τις φιλοδοξίες της Ρωσίας ως πρόκληση για την παγκόσμια τάξη που κυριαρχείται από τις ΗΠΑ.
Ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων θα μπορούσε να δώσει ερμηνεία στην ρωσο ουκρανική σύγκρουση. Και τέτοιο συμβαίνει όταν δύο μεγάλες δυνάμεις αποφεύγουν την απευθείας στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ τους, αλλά υποστηρίζουν αντίπαλες πλευρές σε μια τοπική σύγκρουση για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους. Παραδείγματα από την ιστορία περιλαμβάνουν τον Ψυχρό Πόλεμο, όπου οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ υποστήριζαν αντίπαλες πλευρές σε χώρες όπως το Βιετνάμ ή το Αφγανιστάν.
Η Ουκρανία δεν “εκπροσωπεί” τις ΗΠΑ με την έννοια ότι είναι πλήρως υποτελής, αλλά είναι σαφές ότι έχει γίνει αποδέκτης σημαντικής υποστήριξης από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Από το 2014, και ιδιαίτερα μετά την εισβολή της Ρωσίας το 2022, οι ΗΠΑ έχουν παράσχει δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια (π.χ. όπλα όπως τα HIMARS, Javelin, και Patriots), εκπαίδευση, και πληροφορίες. Αυτή η υποστήριξη έχει στόχο να αποδυναμώσει τη Ρωσία, όπως δήλωσε ο Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Λόιντ Όστιν το 2022, λέγοντας ότι θέλουν “να δουν τη Ρωσία εξασθενημένη”.
Η σχέση Ρωσίας-Κίνας είναι πιο περίπλοκη. Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η Ρωσία πολεμά “εκ μέρους” της Κίνας στην Ουκρανία. Αντίθετα, η Κίνα έχει διατηρήσει μια στάση “ουδετερότητας” επίσημα, αποφεύγοντας να στείλει όπλα στη Ρωσία, αν και την υποστηρίζει διπλωματικά και οικονομικά. Για παράδειγμα, η Κίνα έχει αυξήσει τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Ρωσία, βοηθώντας τη να αντιμετωπίσει τις δυτικές κυρώσεις. Οι δύο χώρες έχουν δηλώσει μια “χωρίς όρια” (no limits) συνεργασία από το 2022, αλλά η Κίνα φαίνεται να επωφελείται περισσότερο από το να παρακολουθεί τη Ρωσία να αποδυναμώνεται, παρά να την “εκπροσωπεί”. Μια εξασθενημένη Ρωσία θα μπορούσε να γίνει πιο εξαρτημένη από την Κίνα, δίνοντας στην τελευταία μεγαλύτερη επιρροή στην Ευρασία.
Η Βόρεια Κορέα, από την άλλη, έχει αναδειχθεί σε πιο ενεργό υποστηρικτή της Ρωσίας στον πόλεμο της Ουκρανίας. Από το 2023, υπάρχουν αναφορές ότι η Βόρεια Κορέα έχει προμηθεύσει τη Ρωσία με πυρομαχικά, πυραύλους, και, πιο πρόσφατα, στρατεύματα—εκτιμάται ότι περίπου 10.000 Βορειοκορεάτες στρατιώτες έχουν σταλεί στη Ρωσία για να πολεμήσουν. Σε αντάλλαγμα, η Ρωσία φαίνεται να προσφέρει στην Πιονγκγιάνγκ οικονομική βοήθεια, τεχνολογία (π.χ. για πυραύλους ή δορυφόρους), και ενδεχομένως τρόφιμα ή καύσιμα. Η υπόθεση ότι η Κίνα χρησιμοποιεί τη Βόρεια Κορέα ως “μεσολαβητή” για να υποστηρίξει τη Ρωσία δεν έχει επιβεβαιωθεί με αδιάσειστα στοιχεία.
Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να βλέπουν τη Ρωσία ως άμεση απειλή, αλλά την Κίνα ως μακροπρόθεσμο αντίπαλο—κάτι που φάνηκε και από την έκθεση του Κογκρέσου τον Ιανουάριο 2025, που ανέφερε ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα Κίνα και Ρωσία μόνες τους. Η στρατιωτική παρουσία της Βόρειας Κορέας στο Κουρσκ και η σιωπή της Κίνας δείχνουν ότι το “ανατολικό μπλοκ” συντονίζεται σε κάποιο βαθμό, αν και η Κίνα κρατά αποστάσεις για να μην προκαλέσει ευθεία αντιπαράθεση με τη Δύση.
Οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν μια μετάβαση: η προσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας υπό Τραμπ μπορεί να αλλάξει τη δυναμική, πιέζοντας την Κίνα να επανεκτιμήσει τη στάση της. Οι κινήσεις του Τραμπ ενισχύουν την εικόνα μιας Αμερικής που αποσύρεται από παραδοσιακές συμμαχίες (π.χ. Ουκρανία, ΝΑΤΟ) για να επικεντρωθεί στα δικά της συμφέροντα, κάτι που μπορεί να ερμηνευθεί ως αποφυγή ανοιχτής σύγκρουσης με την Κίνα.
