Ο θάνατος του 39χρονου Βασίλη Καλογήρου που φερόταν ως εξαφανισμένος από τις 30 Δεκεμβρίου ήρθε απλώς να επιβεβαιώσει μιαν οδυνηρή προαναγγελία. Ένα ενδεχόμενο στην  αρχή, που προϊόντος του χρόνου έγινε συμβάν, γεγονός δυστυχώς αδιάψευστο το οποίο αποτελούσε τον πιο εφιαλτικό φόβο των πιο πολλών καθώς και το σημείο καμπής για την υπόθεση της εθνικής τραγωδίας στα Τέμπη.  Η αντίδραση της χαροκαμένης μάνας – κατά σύμπτωση εισαγγελέως που καταπιάστηκε με το έγκλημα από τις πρώτες στιγμές του – είπε πολλά σε όλους όσους ήθελαν να ακούσουν. Μίλησε για κακόψυχο αφεντικό και για το ότι κάποιοι πέταξαν τον γιο της σε μια κακοτράχαλη γωνιά του κάμπου. Και δεν τα είπε ούτε ασυνείδητα ούτε στον εαυτό της. Δημοσιοποίησε τη θέση της, όχι μόνον ως μάνα, αλλά και με το κοινωνικό εκτόπισμα που έχει ως εισαγγελική λειτουργός. Κι ας μην κάνουν κάποιοι το λάθος να αποδώσουν την αντίδραση στον μητρικό πόνο της στιγμής γιατί εκτίθενται. Οφείλουν να απαντήσουν και μάλιστα, άμεσα και πειστικά. Το κλαψούρισμα του πρωθυπουργού και των κ. κ. Γεωργιάδη και Βορίδη («μας λένε δολοφόνους, μα γιατί;»,) δεν συνιστά κάποιον ασφαλή τρόπο ‘’διαφυγής’’ από την υπόθεση, σε όποια πτυχή της κρίνουν οι ίδιοι οι τυχόν υπεύθυνοι ότι είναι υπεύθυνοι.  Διότι είναι καλύτερο να μιλήσει κάποιος από τους αληθινά υπεύθυνους  καθαρά για την εθνική τραγωδία. Διότι αν αρχίσει να ‘’μιλάει’’ ο Βασίλης ή κάποιοι άλλοι από την εκατόμβη των Τεμπών, τα πράγματα θα γίνουν οριακά.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *