Από το σεντούκι του ρεπόρτερ…
Ο Γιάννης Βασιλακόπουλος ‘’σκαλίζει’’ το πλούσιο αρχείο του από μια καριέρα 30 χρόνων και αποκαλύπτει την αθέατη όψη προσώπων που γνώρισε και καταστάσεων που έζησε…
Τρώγοντας παγωτό με έναν κατά παραγγελία δολοφόνο
Ο Γιάννης Καλαμίτσης ήταν ανήσυχος, εκείνο το χάραμα του Ανοιξιάτικου πρωϊνου στα στούντιο του ραδιοφώνου του ΑΝΤ1- δεν τον είχα δει έτσι στον ένα χρόνο που ήδη συνεργαζόμασταν και είχα καταφέρει να μου μιλά πολύ σχεδόν για τα πάντα. Μόλις τελειώσαμε την εκπομπή μου έκανε νόημα, ότι ήθελε να μου μιλήσει. ‘’Θέλω να σου αναθέσω κάτι που όμως θέλει λεπτό χειρισμό’’ μου είπε καθώς πίναμε καφέ στο page, στην καφετέρια δίπλα στα στούντιο του ραδιοφώνου. ‘’Τι έχεις ακούσει για τον Ματθαίο Μονσελά;’’ , με ρώτησε.
Εγώ ήξερα τα βασικά γιατί παρά το ότι βρισκόμουν στα πρώτα μου βήματα στη δημοσιογραφία- τρεις μήνες και κάτι ήταν που είχε χαράξει το 1997- είχα τη συνήθεια να διαβάζω πολύ και τα πάντα.
Ο Ματθαίος Μονσελάς λοιπόν ήταν ένας όχι απόλυτα ισορροπημένος τύπος, έλεγαν τα δημοσιεύματα της εποχής, ο οποίος είχε προσληφθεί από την 40χρονη οδοντίατρο Γιόλα Βαγενά, για να την …σκοτώσει… Δούλευε σε ένα παρκινγκ και είχε λίγα λεφτά κι ακόμη λιγότερα μυαλά. Μετά το κατά παραγγελία έγκλημα ήταν για λίγο χρονικό διάστημα έγκλειστος.
‘’Σωστά’’ μου είπε ο Καλαμίτσης, ‘’…αποφυλακίσθηκε εδώ και τρεις μέρες… Ψάχνω να του βρω δουλειά. Από σένα άκου τι θέλω’’.
Τέντωσα τα αυτιά μου χωρίς να μιλάω για αρκετή ώρα. Κι όταν τέλειωσε την κουβέντα του, σαν ένα πέπλο ηρεμίας σκέπασε το πρόσωπο του. Ήξερε συν τοις άλλοις πως μπορούσε να μου έχει απόλυτη εμπιστοσύνη.
Ο Μονσελάς μου είπε να συναντηθούμε τα χαράματα της επομένης. Εγώ αφού φρόντισα να ρωτήσω, και να μάθω, βρέθηκα στις 3 τα χαράματα στην πλατεία της Γλυφάδας. Ο Μονσελάς έφτασε ελάχιστες στιγμές μετά, με ένα αυτοκίνητο που και να μην ήθελε κάποιος το πρόσεχε, Θυμάμαι ήταν ένα παμπάλαιο Citroen, μισό γαλάζιο και μισό κόκκινο. Στην κεραία μπροστά είχε κρεμασμένο ένα μικρό χνούδικο αρκουδάκι…
‘’Να πάρουμε δυο παγωτά, γιατί θέλω να κεράσω και δεν έχω πολλά λεφτά’’. Πήραμε τα δυο παγωτά κι άρχισε να μου λέει την ιστορία του…
Ο Μονσελάς δεν υπήρξε ποτέ συνειδητά δολοφόνος. Είχε ανάγκη τα χρήματα κι έκανε εκείνον το φόνο κατά παραγγελία του ανθρώπου που δολοφόνησε. Η δικαιοσύνη του το αναγνώρισε και δικάστηκε με ελαφρυντικά. Την τελευταία φορά που άκουσα για αυτόν, ζούσε στου Φιλοπάππου σε μια περιοχή που θύμιζε ζούγκλα καθώς υπάρχει πυκνή βλάστηση, ενώ αρκετοί σκύλοι του έκαναν παρέα.
