Η ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

 



Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε μια μέρα σαν σήμερα ,το μακρινό 1911. Κι όσο κι αν η υπενθύμιση και μετάδοση τέτοιου είδους πληροφοριών φαντάζει κάπως… ντεμοντέ στην εποχή μας – που κάποιοι την έχτισαν απόκοσμη, όμηρο της εικονικής πραγματικότητας και της εργαστηριακής αρρώστιας, εγώ γράφω αυτές τις αράδες γιατί τις θεωρώ αναγκαίο κτήμα για όσες γενιές απομένουν από εδώ και πέρα να λένε πως γεννήθηκαν, ανάσαναν και θέριεψαν στην Ελλάδα.

Ο κατά κόσμον Οδυσσέας Αλεπουδέλης, Αιγαιοπελαγίτης στην ψυχή και το βλέμμα, είδε το πρώτο φως, στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου δραστηριοποιείτο ο πολυπράγμων και πολυμήχανος Μυτιληνιός πατέρας του κι από τότε κουβάλησε την Ελλάδα στους ώμους του, όπου κι αν ταξίδεψε – και ταξίδεψε πολύ, πολίτης του κόσμου από την αρχή ως το τέλος…

Ο Οδυσσέας ήταν ο μικρότερος από τα έξι παιδιά του Λέσβιου επιχειρηματία Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της συμπατριώτισσάς του Μαρίας Βρανά.

Ταξιδεύει πολύ, μπαίνει επιβλητικά στον κύκλο της διανόησης του Παρισιού, γράφει πολύ και ως τον Δεκέμβριο του 1939, όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεσπάσει, θα εκδώσει σε 300 αντίτυπα την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο Προσανατολισμοί, μια φωτεινή αχτίδα μέσα «στη συννεφιά του κόσμου». Το 1940 η οικογένεια Αλεπουδέλη μετακομίζει στην οδό Ιθάκης 31 και την ίδια χρονιά ο Σάμουελ Μπο-Μποβί μεταφράζει τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη στα γαλλικά. Αυτά μέχρι την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου (28 Οκτωβρίου 1940) όταν επιστρατεύεται ως ανθυπολοχαγός και ο παγωμένος χειμώνας του ’40, τον βρίσκει στην πρώτη γραμμή του πυρός. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 προωθείται με το λόχο του εντός του αλβανικού εδάφους. Στις αρχές του 1941 παθαίνει κοιλιακό τύφο και μεταφέρεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Γλυτώνει τον θάνατο ως εκ θαύματος και μεταφέρεται στην Αθήνα. Η μακριά του ανάρρωση συμπίπτει με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και την επακολουθήσασα Κατοχή. Το 1943 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα, μια αλληγορική αντίσταση μέσα στην Κατοχή, καμουφλαρισμένη σε μια υπερρεαλιστική φόρμα, όπως η Αμοργός του Γκάτσου και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, που κυκλοφορούν την ίδια χρονιά.

Το 1952 επιστρέφει στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο επανακάμπτει στο ΕΙΡ ως διευθυντής προγράμματος, θέση που θα κρατήσει για ένα μονάχα χρόνο. Το 1959 κυκλοφορεί το Άξιον Εστί, μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής λογοτεχνίας. Ο ποιητής καταδύεται στις ρίζες του ελληνικού μύθου και αντλεί υλικό και μορφές, εικόνες και ήχους, επιτυγχάνοντας μια δραματική σύνθεση, στην οποία το λυρικό «εγώ» ταυτίζεται με το επικό «εμείς» και η σύγχρονη γραφή συνδυάζεται με μια περιουσία, αρχαία βυζαντινή και νεώτερη. Το έργο αυτό του Ελύτη θα γνωρίσει πλατιά αναγνώριση και θα γίνει «κτήμα του Λαού», όταν θα μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1964.

Το 1979 έρχεται η μεγάλη στιγμή για τον ποιητή. Στις 18 Οκτωβρίου η Σουηδική Ακαδημία ανακοινώνει ότι θα του απονεμηθεί το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, που με βάθρο την ελληνική παράδοση περιγράφει με αισθητική δύναμη και υψηλή πνευματική διακριτικότητα, τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για την ελευθερία και τη δημιουργία». Στην ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας επισημαίνεται ότι το Άξιον Εστί αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της ποίησης του 20ου αιώνα.

Ο Οδυσσέας Ελύτης, ένας ιδεολογικά συντηρητικός επαναστάτης αρνήθηκε εντούτοις δυο φορές πολιτικά αξιώματα – την πρώτη, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής του πρότεινε την πρώτη θέση του ψηφοδελτίου επικρατείας της Ν.Δ., στις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης, το 1974. Και την δεύτερη όταν ο Αντώνης Σαμαράς τον πρότεινε για το αξίωνα του Προέδρου της Δημοκρατίας, το 1995.

Ο Οδυσσέας Ελύτης θα φύγει από τη ζωή στις 18 Μαρτίου 1996, σε ηλικία 85 ετών, αλλά ο ίσκιος του παραμένει βαρύς κι η πατημασιά του στον κόσμο, ανεξίτηλη. 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *