Η σπουδαία Βούλα Πατουλίδου, έχει πολλούς λόγους, να χαρακτηρίζεται έτσι…

Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

 

Έχω δει τουλάχιστον δυο εκατοντάδες φορές εκείνη την μαγική, τη θρυλική, την αξεπέραστη κούρσα της Βούλας Πατουλίδου, στους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης, του 1992 , τριάντα τρία χρόνια πριν, αλήθεια, μια ζωή ολόκληρη. Και μέσα από τα επιφωνήματα θαυμασμού που μου ξεφεύγουν ακόμα ως σήμερα, για αυτό το πρώτο Ολυμπιακό χρυσό μετάλλιο μετά από ογδόντα χρόνια σκέφτομαι με μεγάλη ένταση  πόσο σπουδαία και μοναδική είναι ως άνθρωπος η Βούλα Πατουλίδου. Για αυτό  και, το μετάλλιο αυτό είναι το πιο σπουδαίο από τα δεκάδες που ακολούθησαν σε όλους τους επόμενους Ολυμπιακούς αγώνες, από της Βαρκελώνης κι ύστερα. Κι οι λόγοι είναι απλοί:

Η Βούλα όλης της Ελλάδος από εκείνη τη στιγμή του μνημειώδους τερματισμού της, που είπε και εννοούσε στον απόλυτο βαθμό ‘’ Για την Ελλάδα ρε γαμώτο θα τρέξω, για κανέναν άλλον’’ δεν εμπορεύτηκε ούτε για δευτερόλεπτο την τιτάνια επιτυχία της. Δεν την έβαλε σε κανενός είδους παζάρι, δεν ζήτησε ανταλλάγματα. Δεν έγινε μέλος της αδηφάγου εγχώριας  βιομηχανίας του θεάματος, ούτε τότε, ούτε τώρα ανέχτηκε να γίνει επί παντός επιστητού ‘’μαϊντανός’’ στις τηλεοράσεις. Ασχολήθηκε με την τοπική αυτοδιοίκηση, ναι. Με γνώμονα τη προσφορά, πάντοτε, ζήτησε και πήρε την ψήφο των συμπολιτών μας. Δεν διορίστηκε ποτέ βουλευτής, από κανέναν για να παραστήσει τον παράγοντα, για είκοσι ή τριάντα χρόνια μετά το μετάλλιο της, που το πήρε με το Ρωμέικο πείσμα και την Ποντιακή ψυχή της αλύγιστη. Είχε και έχει  μονάχα το μπόλι της προσφοράς να δείχνει. Και δεν επεδίωξε να γίνει ποτέ με το ζόρι λαοπρόβλητη. Το κέρδισε, το πέτυχε, το κατέκτησε από τους πολίτες. Προσφέρει και γνώριζαν μόνο καλά λόγια έχουν να λένε, όταν μιλούν για τον ‘’Μπόμπο’’. Ο οποίος άφησε σπουδαία παρακαταθήκη, που η Βούλα Πατουλίδου περιφρουρεί και συνεχίζει επάξια.

Για όλα αυτά η Βούλα Πατουλίδου είναι σπουδαία και ξεχωριστή. Μια ιστορική, πια, προσωπικότητα κι όχι μια πρόσκαιρη τηλεοπτική περσόνα. Για αυτό και εκείνο το χρυσό μετάλλιο, το δικό της,  πριν τρεις δεκαετίες στη Βαρκελώνη, λάμπει περισσότερο από όλα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *