ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΩΣ ΠΗΓΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΙΝΕΜΑ

Μεγάλοι ηθοποιοί «εραστές»  της στρογγυλής Θεάς και Ελληνίδες σταρ στα δίχτυα του έρωτα με μάγους της μπάλας  

Του Γιάννη Βασιλακόπουλου

Στις 20 Μαρτίου του 1978 διεξήχθη στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας ένας ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ μιας επίλεκτης ομάδας ηθοποιών και μιας όμοιας δημοσιογράφων που παρότι δεν έγινε ποτέ ο ετήσιος θεσμός που οι  διοργανωτές είχαν στόχο να δημιουργήσουν, με φιλανθρωπικές και άλλες αφορμές, έμεινε στην ιστορία και κουβεντιάζεται ακόμα για την λαοθάλασσα που κατέκλισε το γήπεδο της ΑΕΚ, αλλά κυρίως για το ποδοσφαιρικό αστέρι του 50χρονου τότε,  Θανάση Βέγγου που έλαμψε μαγεύοντας φιλάθλους, συναδέλφους κι αντιπάλους εκείνο το πρώτο Ανοιξιάτικο απόγευμα του’ 78. Πριν προχωρήσουμε,  να πούμε για την ιστορία πως εκείνο το ματς έληξε με νίκη των δημοσιογράφων με σκορ 5-3, παρά τη μεγαλειώδη εμφάνιση του καλού μας ανθρώπου. Και δεν επαναλήφθηκε παρά μόνον τρεις φορές, τα αμέσως επόμενα χρόνια. Μετά, αυτή η θαυμάσια ιδέα ‘’αναπαύθηκε’’ σε κάποιο χρονοντούλαπο της γλυκιάς ανάμνησης.

Το σινεμα και το ποδόσφαιρο παρέμειναν, ωστόσο, «συγκοινωνούντα δοχεία», έτσι όπως ήταν από πολύ παλιά από τη δεκαετία ακόμη του 1940, είτε λόγω του ότι ο κινηματογράφος αντλούσε ταλέντα από το χώρο του ποδοσφαίρου, ποδοσφαιριστές που έγιναν τεράστιοι ηθοποιοί, είτε γιατί πολλές από τις Ελληνικές ταινίες που λατρεύουμε είχαν τη «στρογγυλή Θεά» στον σεναριακό τους άξονα, είτε, τέλος, οι σχέσεις κάποιων από τους μάγους της μπάλας με κάποιες από τις εγχώριες «Θεές» της μεγάλης οθόνης και της σκηνής έδιναν τροφή σε ρεπορτάζ που εξελίσσονταν σε αναγνώσματα με πολλές συνέχειες – ειδικά όταν κατέληγαν σε γάμο με κάποιο επεισοδιακό διαζύγιο, λίγους μήνες ή λίγα χρόνια μετά.

Την πρώτη ‘’σύνδεση’’ του ποδοσφαίρου με το σινεμά έκανε ο μεγάλος Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο οποίος πριν από τη ‘’μοιραία’’ φυγή στο Παρίσι, όπου πήρε το βάπτισμα του πυρός πάνω στο σανίδι, υπερασπιζόταν απαράμιλλα τα δοκάρια της ΑΕΚ. Και μπορεί ως τερματοφύλακας να μην μακροημέρευσε, το πάθος του, όμως, για την ΑΕΚ έμεινε άσβεστο ως το τέλος της ζωής του.

Ποδοσφαιρικό αστέρι ήταν πριν γίνει κινηματογραφικό – θεατρικό  και ο Νίκος Κούρκουλος που έδινε ρέστα με τη φανέλα του  Παναθηναϊκού. Ο μεγάλος μας ηθοποιός, Κερκυραϊκής καταγωγής είχε άλλωστε μεγαλώσει στις γειτονιές γύρω από τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Το ποδόσφαιρο συχνά τροφοδοτούσε το σινεμά με θεματολογία. Κι αν το σχετικό θεμέλιο μπήκε από τη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη του 1955, με τον «ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού», Γιώργο Φούντα να ζει έναν θυελλώδη έρωτα με τραγική κατάληξη με την αξεπέραστη Μελίνα ως «Στέλλα» και τους θρυλικούς «Άσους των Γηπέδων», του Βασίλη Γεωργιάδη, του 1956, όπου τεράστιοι άσοι εν  ενεργεία ποδοσφαιριστές της εποχής ενσάρκωσαν τους πρωταγωνιστικούς  ρόλους, ο Δαλιανίδης κι ο Σακελάριος απογείωσαν το ποδόσφαιρο ως κινηματογραφικό προιόν δέκα και είκοσι χρόνια μετά τις θεμελιακές προσπάθειες.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:

Η υπόθεση της ταινίας «Οι Άσοι του γηπέδου» βασίστηκε σε ένα αληθινό περιστατικό που συνέβη το 1953, όταν έπειτα από έναν αγώνα της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, η ομοσπονδία απέβαλε έναν ποδοσφαιριστή και οι συμπαίκτες του αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στον επόμενο αγώνα, ενώ παράλληλα εκτυλίσσονται καθημερινές ιστορίες της ζωής των ποδοσφαιριστών. Χαρακτηριστικό της ταινίας υπήρξε το γεγονός ότι για την ενσάρκωση των ρόλων προτιμήθηκαν διεθνείς ποδοσφαιριστές της εποχής και όχι ηθοποιοί, υποδυόμενοι τους εαυτούς τους και χρησιμοποιώντας τα αληθινά τους ονόματα.

  Κάποιοι από αυτούς ήταν ο Ανδρέας Μουράτης, ο Λάκης Πετρόπουλος, ο Στάθης Μανταλόζης, ο Κώστας Λινοξυλάκης, που πλαισιώνονταν από τον Γιώργο Καμπανέλη, και το Θόδωρο Μορίδη. Εμφανίζονται επίσης (ως φίλαθλοι) οι ηθοποιοί Θανάσης Βέγγος, Γιώργος Φούντας, Νίκος Βασταρδής και η Ιταλίδα σταρ της εποχής Σιλβάνα Παμπανίνι, καθώς και οι ποδοσφαιριστές Ηλίας Ρωσίδης, Γιώργος Δαρίβας, Βαγγέλης Πανάκης, Γιώργος Καμάρας, Μπάμπης Κοτρίδης και Μπάμπης Δρόσος.

Στην  ταινία τα «Δίδυμα»  του 1964, ο Θανάσης Βέγγος θέτει το ποδοσφαιρικό του ταλέντο στη διάθεση του φίλου του σεναριογράφου, Ναπολέοντα Ελευθερίου και μεγαλουργεί ως «μηχανή του γκολ».  Το ίδιο και ο Κώστας Βουτσάς που από «άνθρωπος της καρπαζιάς» μετατρέπεται, στην ομώνυμη ταινία του 1969, σέντερ – φορ «μεσσίας»

για τον «Πύ – πυ – πύραυλο» των Σεπολίων, σύμφωνα με τη μυθική εκφορά του ονόματος της ομάδας από τον Αντώνη Παπαδόπουλο.

Ο Κώστας Βουτσάς, φανατικός Αεκτζής στην πραγματικότητα, «αλλαξοπίστησε» στο πανί για «Μια Κυρία στα μπουζούκια» του Δαλιανίδη, το 1968 και ντυμένος στα ερυθρόλευκα  έβαλε ένα γκολ που δεν πολυήθελε, αλλά αποθεώθηκε στο παλιό Καραϊσκάκη, ως ήρωας του Ολυμπιακού σε ντέρμπι  με τον Εθνικό Πειραιά. Τότε ήταν ντέρμπι. Συν τοις άλλοις κέρδισε και την καρδιά της Μάρθας Καραγιάννη. Κι έτσι ο Φίνος κι ο Δαλιανίδης ‘έκαναν ένα σχόλιο για τον έρωτα της μεγάλης ηθοποιού με τον   τότε άσο του Θρύλου, Μίμη Στεφανάκο που την περίοδο των γυρισμάτων της ταινίας ανθούσε, κατέληξε σε γάμο αλλά δεν κράτησε πολύ. Μετά απόαυτόν το χωρισμό η Μάρθα Καραγιάννη υπήρξε για πολλά χρόνια ζευγάρι με τον τερματοφύλακα του Παναθηναικού, Βασίλη Κωνσταντίνου.Τη σκυτάλη πήρε ύστερα ο Αλέκος Σακελάριος  που με την κωμωδία «Η Ρένα είναι οφσάιντ» του 1972, θέλησε πρώτος από όλους να καυτηριάσει το χείμαρρο ξένων ποδοσφαιριστών που εισέβαλαν εκείνη την εποχή στο Ελληνικό ποδόσφαιρο επικαλούμενοι κάποια ρίζα της γιαγιάς  τους για να ελληνοποιηθούν. Η Ρένα Βλαχοπούλου είχε με τη σειρά της ‘’θεμελιώσει’’ τους γάμους ποδοσφαιριστών με μεγάλες σταρ, αφού ο πρώτος της γάμος ήταν με τον παίκτη της ΑΕΚ, Κώστα Βασιλείου. Από τα χαρακτηριστικά της ταινίας ήταν και ο μοναδικός πρωταγωνιστικός ρόλος στο σινεμά της κορυφαίας Νομικού και μετέπειτα ευρωβουλευτού της ΝΔ, Ελίζας Βόζεμπεργκ. Πολυσυζητημένος στην εποχή του, ήταν και πολυετής δεσμός της πανέμορφης Έλενας Ναθαναήλ, με τον ‘’Ράμπο’’ των γηπέδων, Τάσο Μητρόπουλο, ενώ σε αυτό το ‘’κάδρο’’ μπορεί να μπει και ο γάμος του ‘’στρατηγού’’ Μίμη Δομάζου με τη Βίκυ Μοσχολιού.  

Ο Έλληνας ηθοποιός που φόρεσε πιο πρόσφατα φανέλα ποδοσφαιριστή, για τις ανάγκες μιας ταινίας, του νέου Ελληνικού σινεμά ήταν ο Πέτρος Λαγούτης, πρώην ποδοσφαιριστής και στην πραγματικότητα στην ταινία ‘’Η Κληρονόμος’’ με τη Σμαράγδα Καρύδη, στο πλευρό του. Ενδιάμεσα, ο Σταύρος Τζώρτζογλου, είχε γίνει, στα 1984, ‘’Η φανέλα με το νούμερο 9’’ του Παντελή Βούλγαρη. Στο περιθώριο της ταινίας αυτής ο Τζώρτζογλου πήρε μαθήματα για το πώς ‘’κλωτσούν τη  μπάλα’’.  Η μπάλα είναι, κατά καιρούς κορυφαίου κινηματογραφικό προιόν και η προτροπή ‘’Μάθε μπαλίτσα’’ αποκτά βαρύ νοηματικό πρόσημο. 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *