Η δυσφορία των πολιτών είναι συντριπτική και τροφοδοτείται σταθερά από την επίμονη ακρίβεια, αλλά οι κυβερνώντες αναρωτιούνται για ποιον λόγο οι πολίτες δεν παρτάρουν κάθε ημέρα

Του Μιχάλη Κωτσάκου

Εδώ και πολλές ημέρες μιλώντας με κυβερνητικά στελέχη διαπίστωσα την αγωνία τους για τις δημοσκοπικές του επιδόσεις. Παρ’ ότι η χώρα έχει εισέλθει επί της ουσίας σε προεκλογική περίοδο, όπως είπε και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε κομματική εκδήλωση, προσδιορίζοντας τις εκλογές σε δεκαπέντε μήνες από σήμερα, η εικόνα παρουσιάζει δύο παράδοξα.

Πρώτον έχουμε την ανυπαρξία της ισχυρής αντιπολίτευσης, παρά τη σοβαρή κυβερνητική φθορά. Και δεύτερον την αδυναμία της Ν.Δ. να ανεβάσει τα ποσοστά της πάνω από το 23% – 24%, όπως αυτά καταγράφονται σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Διότι επαναλαμβάνουμε η εκτίμηση ψήφου είναι μία μαθηματική πράξη, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορείς να την πάρεις στα σοβαρά, διότι κάποιος ερωτώμενος που δηλώνει ότι βρίσκεται στην γκρίζα ζώνη και δηλώνει αναποφάσιστος δεν σημαίνει ότι θα πάει να ψηφίσει.

Για παράδειγμα το είδαμε αυτό στις δημοτικές εκλογές στην πρωτεύουσα. Οι νεοδημοκράτες στον πρώτο γύρο πήγαν και ψήφισαν παραδοσιακά τον εκπρόσωπο του κόμματος τους, τον Κώστα Μπακογιάννη, αλλά στον δεύτερο γύρο αποφάσισαν να μείνουν στο σπίτι τους με αποτέλεσμα να υπάρξει η μεγάλη ανατροπή και να εκλεγεί δήμαρχος ο Χάρης Δούκας.

Προ ημερών ο Παύλος Γερουλάνος διόρθωσε μία προηγούμενη δήλωση του λέγοντας ότι «η βελόνα έχει κολλήσει όχι μόνο στο ΠΑΣΟΚ, αλλά σε όλα τα κόμματα». Και η συγκεκριμένη δήλωση αποτυπώνει την πραγματικότητα, όπως προκύπτει και από τα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων. Μία πραγματικότητα που καταγράφεται ως επιβαρυμένη για την κυβερνητική παράταξη.

Η δυσφορία

Η δυσφορία των πολιτών είναι συντριπτική και τροφοδοτείται σταθερά από την επίμονη ακρίβεια, τα υψηλά ενοίκια αλλά και από την εκτίμηση της κοινωνίας ότι τα φαινόμενα διαφθοράς και διασπάθισης του δημοσίου χρήματος πληθαίνουν, με τους εμπλεκόμενους, στις περισσότερες περιπτώσεις να συνεχίζουν …τη ζωή τους, χωρίς καμία συνέπεια και με τις σκιές πάνω από την κυβέρνηση να βαραίνουν συν τω χρόνω. «Οι φραπέδες πάνε για καφεδάκι στο Κολωνάκι σαν να μην τρέχει τίποτα», λένε μεταξύ τους οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, που εισπράττουν καθημερινά τη δυσαρέσκεια των πολιτών για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και όχι μόνο.

Σε αυτό το φόντο, ακόμα και οι όποιες θετικές πρωτοβουλίες, όπως η υπογραφή σημαντικών ενεργειακών συμφωνιών, η ηρεμία στα ελληνοτουρκικά κα, δεν αρκούν για να μεταβάλλουν το κλίμα, καθώς, διαχρονικά, την εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων διαμορφώνει η καθημερινότητα και δει, τα οικονομικά των νοικοκυριών.

Ένα επίσης πρόβλημα που αναδεικνύει τα προβλήματα της κυβερνητικής παράταξης είναι η ιδιότυπη «λευκή απεργία» των περισσότερων υπουργών, οι οποίοι αποφεύγουν τις τηλεοπτικές εμφανίσεις ειδικά στις κακοτοπιές και στα σκάνδαλα που σκάνε σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση. 

Οι δυσκολίες της καθημερινότητας

Και βέβαια το μεγάλο πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι τείνει να εμπεδωθεί η άποψη ότι η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για να τιθασεύσει το τέρας της ακρίβειας. Οι πολίτες ισχυρίζονται ότι όλα τα μέτρα κινούνται μόνο με άξονα την επικοινωνία. Δηλαδή το πώς τα φιλικά- προς το Μαξίμου- ΜΜΕ θα παρουσιάσουν μία εικόνα επίπλαστη. Ότι χάρη στα κυβερνητικά μέτρα ενισχύθηκε το εισόδημα. Όμως το μόνο που ισχύει είναι ότι αντί να τελειώνει ο μισθός και η σύνταξη την 16η ημέρα πήρε τράτο για δύο ή τρεις ημέρες το πολύ. Πάλι, όμως δεν βγαίνει ο λογαριασμός.

Άραγε έχει ασχοληθεί κάποιος από την κυβέρνηση με το πώς οι χαμηλόμισθοι και οι συνταξιούχοι θα προμηθευθούν τα σαρακοστιανά; Διότι οι μισές συντάξεις και οι μισθοί σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα θα πληρωθούν μετά την Καθαρά Δευτέρα. Την ίδια ώρα ένα απλό ρεπορτάζ αρκεί για να κατανοήσεις ότι το λεγόμενο εορταστικό σαρακοστιανό τραπέζι είναι το ίδιο ακριβό με πέρυσι. Και μάλιστα σε μία επιβαρυμένη οικονομική πραγματικότητα, όπου οι οικογένειες βιώνουν τεράστιες δυσκολίες.

Για παράδειγμα είναι λογικό η λαγάνα να κινείται μεταξύ 3,2 έως τα 3,5 ευρώ το τεμάχιο; Ακόμη και στα θαλασσινά εδέσματα οι τιμές δεν είναι ανεκτές για την μέση οικογένεια. Ναι μεν το φρέσκο χταπόδι πωλείται φέτος κατά δύο ευρώ λιγότερο σε σύγκριση με πέρυσι, όμως η κατεψυγμένη γαρίδα τσίμπησε ένα ευρώ. Το ίδιο ισχύει και για την γάμπαρη, δηλαδή την φρέσκια ελληνική γαρίδα. Αυξημένη είναι η τιμή και στα φρέσκα ελληνικά καλαμάρια κατά δύο ευρώ. Ευτυχώς που τα θράψαλα πωλούνται στην ίδια τιμή, όπως και οι σουπιές, τα φρέσκα όστρακα και τα μύδια.

Όμως, το γεγονός ότι οι τιμές στα σαρακοστιανά κρατήθηκαν στα ίδια περίπου επίπεδα με πέρυσι δεν σώζει την κατάσταση. Και δεν τη σώζει την κατάσταση επειδή συνολικά αυξήθηκε το κόστος ζωής. Και πάνω σε αυτόν τον καμβά έχει αυξηθεί η δυσαρέσκεια της κοινωνίας απέναντι στην κυβέρνηση. Αν σε αυτά προσθέσουμε την πεποίθηση του κόσμου ότι υπάρχει ατιμωρησία, τότε κατανοεί ο καθένας για ποιον λόγο το κυβερνών κόμμα δεν μπορεί να αυξήσει τα δημοσκοπικά του ποσοστά.

Κι όμως υπάρχουν ουκ ολίγες κυβερνητικές φωνές που αναρωτιούνται για ποιον λόγο οι πολίτες δεν παρτάρουν σε καθημερινή βάση από τις αυξήσεις που είδαν σε μισθούς και συντάξεις. Ας απαντήσουν μόνοι τους οι κύριοι της κυβέρνησης, τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε… 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΩΤΣΑΚΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *