Οι μεγάλες πένες στο παλιό Ελληνικό σινεμά

Η θεατρική ‘’όχθη’’, τα κίνητρα και οι πηγές έμπνευσης των δημιουργών

Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

Ένα παγωμένο σούρουπο από εκείνα τα δύσκολα μετακατοχικά, ένας πολύ αδύνατος νεαρός, ένιωσε να κρυώνει πολύ περιδιαβαίνοντας τους δρόμους της Αθήνας. Το κουρασμένο βήμα του, οδηγεί το αποκαμωμένο κορμί του στην μηχανική κίνηση να ανοίξει την πρώτη πόρτα που βρήκε μπροστά του. Κι αυτή η τυχαία κίνηση έμελε να αλλάξει σε μεγάλο βαθμό κατ’ αρχάς το Ελληνικό θέατρο, βάζοντας γρήγορα ένα λιθάρι στην πορεία  και του Ελληνικού κινηματογράφου. Όλα αυτά θα φαίνονταν σήμερα, φυσιολογικά, με την γνώση του ότι ο νέος, στον οποίον αναφερόμαστε, ήταν ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και ο χώρος στον οποίον κατέφυγε, για λίγη ζέστη, ήταν το Υπόγειο του Κουν, σε μια στιγμή που ο κορυφαίος θεατράνθρωπος έκανε πρόβα. Η πορεία των πραγμάτων όμως ήταν δύσκολη, αφού η δίψα του Ιάκωβου Καμπανέλλη συνάντησε ακόμη ένα εμπόδιο που έμοιαζε ανυπέρβλητο στην δίψα του να γίνει ηθοποιός. Το ότι δεν είχε απολυτήριο γυμνασίου. Εν τέλει μπήκε στο θέατρο, – και ευτυχώς – με την ιδιότητα του συγγραφέα βάζοντας τα βιώματα του στο χαρτί . Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε στη Νάξο στις 2 Δεκεμβρίου 1921. Ήταν το έκτο από τα εννέα παιδιά του Στέφανου Καμπανέλλη, φαρμακοποιού, και της Αικατερίνης Λάσκαρη. Το 1935, η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, συνελήφθη και κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν μέχρι το 1945, όταν απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις.

Ο Καμπανέλλης πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1950 με το έργο “Χορός πάνω στα στάχια”. Καθιερώθηκε με τα έργα “Η έβδομη ημέρα της δημιουργίας” (1956) και “Η αυλή των θαυμάτων” (1957), τα οποία θεωρούνται αριστουργήματα της νεοελληνικής δραματουργίας. Τα έργα του συνδυάζουν κοινωνικά προβλήματα με μια μοναδική δραματική γλώσσα, και έχουν επηρεάσει πολλούς μεταγενέστερους Έλληνες συγγραφείς

Ο Νίκος Τσιφόρος, Αιγυπτιώτης, γεννημένος στην Αλεξάνδρεια το 1909, όταν το Ελληνικό στοιχείο θριάμβευε στη σκιά των πυραμίδων συνδύασε έναν κοσμοπολιτισμό με μια λαϊκότητα, στοιχεία που του επέτρεψαν να περνά με άνεση από  το γραφτό μυστηρίου στην κωμωδία. Και η δυνατότητα του να καταπιάνεται  με δεξιοτεχνία με κοινωνικές τάξεις του περιθωρίου,  χωρίς να τις κολακεύει ή να τις  ξορκίζει, έδωσε μια ιδιαίτερη πνοή στο θέατρο και τον Κινηματογράφο.

Ο Δημήτρης Ψαθάς πέρασε τα βιώματα του, ως παιδί του προσφυγικού Ελληνισμού, αλλά και ως κορυφαίος δημοσιογράφος, στο έργο του και έκανε την κωμωδία χώρο και πεδίο προβληματισμού, θέτοντας καυτά – και διαχρονικά – θέματα.

Ο Κώστας Πρετεντέρης και ο Ασημάκης Γιαλαμάςέδωσαν σάρκα και οστά στην αστική κωμωδία, θίγοντας  καυτά ζητήματα που αφορούσαν έντονα και άμεσα την εποχή τους.

Τελευταίος, αλλά όχι έσχατος, ο Αλέκος Σακελάριος, Ο οποίος μπήκε στο θέατρο – όπως και στη δημοσιογραφία – από έφηβος. Και υπήρξε από τους σημαντικότερους ανανεωτές της μεταπολεμικής νεοελληνικής κωμωδίας και από τους σημαντικότερους στιχουργούς του ελαφρού ελληνικού τραγουδιού.

Όλοι αυτοί υπήρξαν οι θεμελιωτές του Ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου. Η έμπνευση τους αποτελεί ως σήμερα, και για πολλές γενιές ακόμη ένα από τα θησαυροφυλάκια  του Ελληνικού πολιτισμού. Ένα απαραβίαστο κρησφύγετο που μέσα βρίσκονται μερικά από τα ιερά και τα όσια.  


ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *