Ο Φίνος , ο Τσιφόρος και η ‘’Τελευταία Αποστολή’’
Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος
![]()
Από το πλήθος των πολύ καλών ταινιών που μας έχει κληροδοτήσει ο Φιλοποίμενας Φίνος, έχει σωρευθεί ένα μεγάλο κομμάτι του σύγχρονου εθνικού μας πολιτισμού. Όχι μόνον λόγω των πρωτοποριακών, για εκείνους τους καιρούς, μεθόδων που ακολουθούσε τόσο στην προετοιμασία όσο και στην επεξεργασία των ταινιών, αλλά και των αναφορών και των συμβολισμών που κουβαλούν πολλές από αυτές.
Βρισκόμαστε στα 1947, μια χρονιά πολύ κοντά στη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου, με τις μνήμες ακόμη νωπές και τις πληγές βασανιστικά ανοιχτές. Το Καλαμάκι ήταν τότε ένας εξοχικός προορισμός όπου ο Φίνος είχε στήσει τα πρώτα στούντιο της Finos films , τριγύριζαν μέσα οι μνήμες του, που τον είχαν πληγώσει κι εκείνον – εκεί είχαν πιάσει οι Γερμανοί τον ίδιον και τον πατέρα του, τον γιατρό Γιάννη Φίνο, και τους είχαν οδηγήσει στο απόσπασμα. Ο πατέρας του είχε καταφέρει τοτε μια συγκλονιστική, ως προς τους όρους, συμφωνία, δίνοντας τον εαυτό του και την περιουσία του, με αντάλλαγμα τη ζωή του γιου του. Τα κατάφερε αλλά αυτή η πατρική πρόνοια, στοίχειωνε για αρκετό καιρό τις στιγμές του Φιλοποίμενα. Ένα καλοκαιρινό βράδυ του 1946, λοιπόν, ο Φιλοποίμενας αφηγήθηκε την ιστορία στον φίλο και στενό συνεργάτη του, Νίκο Τσιφόρο εκφράζοντας του την επιθυμία να κάνει κάτι στη μνήμη του άδολου αγωνιστή πατέρα του. Και λίγες μέρες μετά, ο Τσιφόρος είχε έτοιμο το σενάριο της ‘’Τελευταίας Αποστολής’’- μιας ταινίας που έγραψε ιστορία παρότι έτυχε πολύ χλιαρής αποδοχής. Σύμφωνα με το σενάριο μια νεαρή γυναίκα (Σμαρούλα Γιούλη) συλλαμβάνεται για το φόνο μιας ηλικιωμένης. Στο αστυνομικό τμήμα αφηγείται την ιστορία της, ξεκινώντας από τον πρώτο χρόνο του πολέμου. Ο πατέρας της (Βασίλης Διαμαντόπουλος) ήταν στρατιωτικός και είχε διαφύγει στο Κάιρο. Η μητέρα της (Μιράντα Μυράτ) συζούσε με ένα γερμανό αξιωματικό. Η κοπέλα μπήκε στην Αντίσταση και, όταν ο πατέρας της γύρισε στην Ελλάδα για μια αποστολή, η μητέρα της τον πρόδωσε στους Γερμανούς. Η κοπέλα ομολογεί ότι δεν συγκράτησε το θυμό της και πυροβόλησε τη μητέρα της. Η τελευταία όμως, λίγο πριν πεθάνει, δηλώνει ότι αυτοπυροβολήθηκε και ζητάει από την κόρη της συγγνώμη. Χρειάστηκε αλλάξουν την εθνικότητα της φόνισσας συζύγου και μάνας, από Ελληνίδα, σε Ουγγαρέζα, γιατί στην αρχική εκδοχή της, η ταινία αποδοκιμάστηκε και οι δημιουργοί κατηγορήθηκαν για αντιπατριωτική στάση – κάθε άλλο παρά στις προθέσεις τους ήταν κάτι τέτοιος, αλλά φόνισσα και μοιχαλίδα μια Ελληνίδα , δυο χρόνια μετά το τέλος του πολέμου; Δύσκολη πίστα….
Παρ’ όλα αυτά η ταινία αυτή υπήρξε η πρώτη ελληνική συμμετοχή στο Φεστιβάλ Καννών. Και ήταν η μια από τις δυο μόλις ταινλιες του Φίνου που καταπιάστηκε θεματικά – σεναριακά με την Ελληνική αντίσταση κατά των Γερμανών. Δίχως άλλο, ιστορική παρακαταθήκη…