“Έφυγε” ο Αλέξης Κούγιας
Ο Αλέξης Κούγιας έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών έπειτα από μάχη που έδωσε με τον καρκίνο, ο οποίος τον «χτύπησε» στους λεμφαδένες. Η αγάπη του για τη δικηγορία ήταν αδιαμφισβήτητη. Κι ήταν θαρρείς καρμικό. Τη μέρα που όλοι οι Έλληνες ήταν στο δρόμο, όχι συντεταγμένα, ακηδεμόνευτα απαιτώντας δικαιοσύνη έφυγε ο αρχιερέας της. Ο άνθρωπος που πάλεψε όσο λίγοι Έλληνες για την έννοια, για την ουσία και τη σάρκα της δικαιοσύνης, δεν είναι πια εδώ. Ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι, μια μέρα κομβική, εθνικά σημαντική, μια μέρα σπουδαία.
Ο Αλέξης Κούγιας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πετρούπολη. Τα παιδικά του χρόνια, όπως είχε εξομολογηθεί σε πολλές συνεντεύξεις του, ήταν φτωχικά και δύσκολα αλλά γεμάτα αγάπη. Η οικογένειά του δε διέθετε μεγάλες οικονομικές δυνατότητες και η σκληρή δουλειά ήταν απαραίτητη για την επιβίωση.
Ο Αλέξης Κούγιας είχε μιλήσει για τη μυθιστορηματική ζωή του στην εκπομπή του Μάνου Νιφλή, «Στιγμές», και είχε αναφερθεί σε εκείνη την περίοδο, η οποία αν και δεν ήταν ανέμελη, ήταν όμορφη.
«Ο πατέρας μου ήταν χωροφύλακας, βιοπαλαιστής και είχε ένα μικρό χρωματοπωλείο και δούλευα κι εκεί. Εκείνα τα χρόνια μάλιστα φτιάχναμε το χρώμα μόνοι μας, είχαμε τη μηχανή του χρώματος. Κυρίως όμως ήμουν τζαμάς και μετά ποδοσφαιριστής. Η Πετρούπολη ήταν εκτός σχεδίου πόλεως. Ήταν χωματόδρομος τότε. Τα σπίτια έπρεπε να χτιστούν, να μπουν τα θεμέλια, οι τσιμεντόλιθοι και να μπουν και τα κουφώματα με τζάμια. Αυτά έπρεπε να γίνουν μέσα σε μία νύχτα. Εμείς με τον πατέρα μου βάζαμε τα τζάμια. Γι’ αυτό έχω έναν κάλο στο χέρι μου, επειδή στοκάραμε το τζάμι. Από τα 12 έκανα αυτή τη δουλειά. Έπρεπε το πρωί να έχει τελειώσει το σπίτι, γιατί αλλιώς ερχόταν η χωροφυλακή κι αν το σπίτι ήταν σε ανέγερση, τους συλλαμβάνανε και το γκρέμιζαν. Εγώ μεγάλωσα με αυτή τη συνθήκη.», είχε πει μεταξύ άλλων.
Ο Αλέξης Κούγιας πορεύτηκε, πάντα στην πρώτη γραμμή, μαχόμενος, εκρηκτικός, παρορμητικός, αεικίνητος, καταφέρνοντας να κάνει το όνομά του συνώνυμο με τη λέξη δικηγόρος.
«Είμαι 75 ετών και παρά την ηλικία μου έχω τέτοιο πάθος με τη δικηγορία, που δεν είναι θέμα οικονομικού ενδιαφέροντος πλέον», έλεγε απαντώντας στα σχόλια ότι παρά τα σοβαρά προβλήματα της υγείας του εξακολουθούσε να εργάζεται με τους ίδιους εξοντωτικούς ρυθμούς.
Ο κορυφαίος ποινικολόγος είχε δυο πάθη. Τη δικηγορία και το ποδόσφαιρο. Αρχικά έπαιξε ποδόσφαιρο, σε ερασιτεχνικό επίπεδο, στον Άρη Πετρούπολης σε μικρή ηλικία και στον Ολυμπιακό Λουτρακίου, στο τοπικό πρωτάθλημα. Το 1973 πήρε μεταγραφή στον Ηρακλή Θεσσαλονίκης ενώ κλήθηκε και στην Εθνική Ελλάδας Ερασιτεχνών, αλλά την ίδια χρονιά ένα τροχαίο ατύχημα τον άφησε 18 μήνες έξω από τα γήπεδα. Το 1978 επέστρεψε στον Ολυμπιακό Λουτρακίου κι αργότερα στον Πέλοπα Κιάτου.
Αργότερα, ασχολήθηκε με τα διοικητικά του αθλήματος. Το 1997 και το 2004 διετέλεσε πρόεδρος της Π.Α.Ε. Α.Ε.Κ., για μικρά χρονικά διαστήματα, ενώ κατά καιρούς έχει αναλάβει πρόεδρος του Π.Α.Σ. Κορίνθου, του Άρη Πετρούπολης, του Γ.Α.Σ. Βέροιας, του Π.Α.Σ. Γιάννινα, του Α.Σ. Λαμίας, της Παναχαϊκής, και για ένα μικρό χρονικό διάστημα του Ιωνικού Νίκαιας, αλλά και του Α.Ο. Αιγάλεω,του οποίου επιπλέον, υπήρξε γενικός αρχηγός όπως και νομικός σύμβουλος της Π.Α.Ε. τη δεκαετία του 1980, επί προεδρίας Βίκτωρα Μητρόπουλου.
Επίσης, έχει υπάρξει εκπρόσωπος του Ηρακλή Θεσσαλονίκης στην Ε.Π.Α.Ε. και αντιπρόεδρος της Ε.Π.Α.Ε.. Στα τέλη του 2008 ανέλαβε την προεδρία της Π.Α.Ε. Παναχαϊκής και το Μάιο του 2009 εξαγόρασε το πλειοψηφικό πακέτο της από τον Κώστα Μακρή. Ως αθλητικός παράγοντας έχει πρωτοστατήσει σε πολλά επεισόδια, στα οποία, μεταξύ άλλων, έχει ξυλοκοπήσει διαιτητή αγώνα και προπονητή αντίπαλης ομάδας. Το 2022, μεταβίβασε τις μετοχές της Π.Α.Ε. Α.Ε. Λάρισας στον Αχιλλέα Νταβέλη, αποχωρώντας έτσι από την ιδιοκτησία και ηγεσία της Π.Α.Ε. Διετέλεσε νομικός σύμβουλος και αντιπρόεδρος της Π.Α.Ε. Ολυμπιακός Πειραιώς για έξι μήνες, μέχρι τις 15 Μαΐου 2024 που παραιτήθηκε, ενώ από το 2022 είναι πρόεδρος του Π.Α.Σ. Κορίνθου.