Καλοκαιρινές ιστορίες…

Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

 

 

Πρέπει να γράψω… Κι αυτό το ‘’πρέπει’’ , μην το παρερμηνεύσει κανείς. Δεν είναι καμιά ασφυκτική κατάσταση, κανένας εκβιαστικός υπαινιγμός που το επιβάλει. Δεν θα με απολύσει κανείς, άμα δε γράψω, ούτε βαυκαλίζομαι ότι ‘’θα χάσει η Βενετιά, βελόνι’’  , ή θα λείψει κάτι από αυτό το παγκόσμιο Colosseo της γραφής αν παραβώ αυτό το ‘’πρέπει’’. Είναι όμως καλοκαίρι, Ελληνικό καλοκαίρι και παλεύει να ξημερώνει και να βραδιάζει, όπως τον έχουμε εμείς οι λίγο παλιότεροι  στο μυαλό μας. Ως ο γλυκός μήνας της ανασύνταξης, της επαναφόρτισης, της ξεκούρασης. Το διάστημα που βρίσκεις τον τρόπο να δεις τον κόσμο αλλιώς, αλλά και να γνωρίσεις καλύτερα τον ίδιο σου τον εαυτό.

Ο μήνας που με  το μεγάλο, ανίκητο φεγγάρι, το θεραπευτή ήλιο του, την ακατάβλητη θάλασσα του, το καλοκαίρι που κρατάει ακόμη ποτίζοντας καρδιές και σώματα, είχε πάρει ως και θεσμική υπόσταση αφού κανείς δε διανοείτο να σαλέψει μπρος στα μπάνια του λαού…

Άλλοτε, αυτά…

Τώρα το καλοκαίρι αλλιώτεψε, χάλασε … Ακόμη κι αν βρεθείς για λίγες ώρες σε κάποιον από τους επίγειους παραδείσους, από αυτούς που είναι γεμάτη η Ελλάδα, πιάνεις τον εαυτό σου να ρίχνεις λοξές ματιές προς τα πίσω, μπας και προλάβεις καμιά επόμενη μαχαιριά, από αυτές που ετοιμάζουν…

Σκέφτεσαι αγχωτικά και μονότονα ‘’τι σε περιμένει το Σεπτέμβρη’’…

Μην είναι άλλη μια θεσμοθετημένη ληστεία με ηθικό και φυσικό αυτουργό το ‘’επιτελικό κράτος’’ – που ‘’οι πολλοί ξαναψήφισαν’’;

Μην είναι μια προσπάθεια για συνολική τελεσίδικη ‘’αποκτήνωση’’ των εργασιακών σχέσεων;

Μην είναι καμιά ‘’αλυσίδα’’ παραχωρήσεων στα Εθνικά μας θέματα, σε Αιγαίο και Κύπρο;

Μην είναι καμιά νέα φάση της  πάλαι ποτέ πανδημίας;

 Κι εγώ που, καλοκαιριάτικα, ήθελα να γράψω για θάλασσες, ψαρέματα, το Σκάλωμα στη Φωκίδα,  το φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, όπως το ΄ ξερα κι όχι όπως το καταντήσανε,  τα θερινά τα σινεμά, δεν τα γράφω γιατί φοβάμαι πως κάποιοι θα με πουν ‘’ντεμοντέ’’, λέγοντας πως ‘’ο κόσμος πάει μπροστά’’.

Κάτι τέτοιες φορές είναι που θα ‘ θελα να μουν σε μιαν ακτή σαν τον Καζαντζάκη και το Χεμιγκγουέι και να χα τη δύναμη να τους πω, ‘’ναι ο κόσμος πάει μπροστά κι έτσι όπως τον κάνατε, λουστείτε τον’’. Εγώ θα μείνω στον ‘’ντεμοντέ’’ μου κόσμο, σ αυτόν που ο Αύγουστος ήταν κάτι ξεχωριστό, έλαμπες από το πρώτο του χάραμα…

Για όλα αυτά ξεκίνησα με εκείνο το ‘’Πρέπει να γράψω’’, αναζητώντας τους θερινούς μήνες που χρωστά και μάλιστα έντοκα σε όλους μας, αυτός ο ‘’κόσμος που πάει μπροστά’’…  

Κι εγώ προτιμώ να κάθομαι σε ένα από τα τραπέζια της Αποικίας, που γλείφει στοργικά το κύμα, ένα μαγαζί ιδιαίτερο. Σήμερα  μετράει πάνω από 34 χρόνια παρουσίας του και το θέμα δεν είναι διόλου αστείο. Η διαδρομή του στο σύνολο της ήταν μια πραγματική πολιτιστική παρέμβαση για τον τόπο στον οποίον θεμελιώθηκε, ένα μικρό ψαροχώρι του νομού Φωκίδας, χωμένο ανάμεσα σε μια πανέμορφη ακροθαλασσιά και στα θεόρατα, τα φορτωμένα, άγρια βλάστηση, θρύλους και ιστορία, βουνά της Δυτικής Ρούμελης.  Σαν θαλασσογραφία, του Εμπειρίκου έμοιαζε Αποικίας, σαν ελαιογραφία του Γκόγια, σαν πίνακας, σε στιγμές μεγάλης έμπνευσης του Δομίνικου Θεοτοκοπούλου. Ένας μικρός παράδεισος. Που, όμως, χωρίς το μαγαζί αυτό όλα αυτά τα χρόνια, θα ήταν κάτι πολύ λιγότερο., συμπαθάτε με…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *