Ήταν ο… πατέρας «σπαγκέτι γουέστερν». Ο πατέρας του ήταν από ένας τους πρώτους σκηνοθέτες του ιταλικού κινηματογράφου. Πολλά από τα γουέστερν του θεωρούνται αξεπέραστα (Μονομαχία στο Ελ Πάσο (1965) και Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος (1966 κ.α.).

  Ο λόγος για τον σπουδαίο Σέρτζιο Λεόνε που πέθανε σαν σήμερα 30 Απριλίου 1989 (γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1929) και ήταν Ιταλός σκηνοθέτης. Όπως προαναφέρθηκε, έγινε γνωστός και έμεινε στην ιστορία για τα αποκαλούμενα «σπαγκέτι γουέστερν» του καθώς και για το χαρακτηριστικό τρόπο κινηματογράφησής του, όπου συχνά αντιπαραθέτει πολύ κοντινά πλάνα, γκρο πλαν (close-ups), με μακρινές λήψεις (long shots).

Βιογραφία

Σύμφωνα με τη Wikipedia γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ρώμη. Ο πατέρας του, Βιτσέντζο Λεόνε, ήταν από ένας τους πρώτους σκηνοθέτες του ιταλικού κινηματογράφου (με το ψευδώνυμο Ρομπέρτο Ρομπέρτι) και η μητέρα του ηθοποιός. Άρχισε να δουλεύει στον κινηματογράφο σε ηλικία 18 ετών. Ξεκίνησε γράφοντας σενάρια στη δεκαετία του ’50 για τα επονομαζόμενα «πέπλα» (ψευδοϊστορικά έπη χαμηλού προϋπολογισμού) που ήταν εξαιρετικά δημοφιλή εκείνη την εποχή. Παράλληλα εργάστηκε σαν βοηθός σκηνοθέτη σε γνωστές χολιγουντιανές παραγωγές “χλαμύδας” που γυρίστηκαν στα περίφημα στούντιο της Τσινετσιτά, μεταξύ των οποίων τα Κβο Βάντις (1951) και Μπεν Χουρ (1959).

Το 1959 στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας Οι τελευταίες μέρες της Πομπηίας ο βασικός σκηνοθέτης Μάριο Μπονάρντ αρρώστησε βαριά και οι παραγωγοί ζήτησαν από το Λεόνε, που εργάζονταν σαν βοηθός σκηνοθέτη, να ολοκληρώσει την ταινία. Όταν δυο χρόνια αργότερα κλήθηκε να σκηνοθετήσει τον Κολοσσό της Ρόδου είχε ήδη την εμπειρία για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τέτοιων παραγωγών.

Καριέρα με τα σπαγγέτι γουέστερν

Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 η απήχηση των ιστορικών επών εκφυλίστηκε, ο Λεόνε εντούτοις είχε την τύχη να βρίσκεται ανάμεσα στους πρωτοπόρους που ασχολήθηκαν με το ανερχόμενο τότε είδος των γουέστερν. Η ταινία του Για μια χούφτα δολάρια (Per un pugno di dollari, 1964) υπήρξε μια από τις πρώτες (και πολύ επιτυχημένες) προσπάθειες στο είδος του σπαγκέτι γουέστερν. Βασισμένο στο ιαπωνικό ιστορικό έπος του Ακίρα Κουροσάβα, Γιοζίμπο (1961), προκάλεσε νομικές διαμάχες με τον Ιάπωνα δημιουργό. Έμεινε επίσης στην ιστορία ως η ταινία που καθιέρωσε τον Κλιντ Ίστγουντ, έναν άγνωστο μέχρι τότε τηλεοπτικό ηθοποιό, σαν παγκόσμιο αστέρα.

Η ατμόσφαιρα της ταινίας, αποτέλεσμα εν μέρει του μικρού προϋπολογισμού και των ισπανικών τοπίων που χρησιμοποιήθηκαν, παρουσίασε ένα τραχύ, βίαιο και ηθικά περίπλοκο όραμα της αμερικανικής Δύσης, που αν και αποτελούσε φόρο τιμής στα παραδοσιακά αμερικανικά γουέστερν, διαφοροποιούνταν σημαντικά από αυτά σε επίπεδο ιστορίας, πλοκής, διάθεσης και σκιαγράφησης των χαρακτήρων. Ο Λεόνε επάξια αναγνωρίζεται σαν ο αναμορφωτής του σύγχρονου γουέστερν δημιουργώντας ένα ρεύμα που επηρέασε όλα τα μελλοντικά γουέστερν αλλά και διαφορετικά είδη ταινιών. Στα κλασικά γουέστερν οι ήρωες των ταινιών, καλοί και κακοί, παρουσιάζονταν πάντα ατσαλάκωτοι και καθαροί, ενώ η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο ήθος του καθενός ήταν πάντα τονισμένη και ευδιάκριτη (με τη βοήθεια ακόμα και των ρούχων τους, οι καλοί φορούσαν πάντα άσπρο καπέλο, ενώ οι κακοί μαύρο). Οι χαρακτήρες του Λεόνε αντιθέτως υπήρξαν πολύ πιο “ρεαλιστικοί” και περίπλοκοι. Συνήθως ήταν μοναχικά-αντικοινωνικά όντα, που σπάνια πλένοταν ή ξυρίζονταν, έδειχναν βρώμικοι και είχαν βεβαρημένο παρελθόν. Ο αμφίσημος χαρακτήρας τους ανάλογα με τις περιστάσεις μετατρέπονταν από συμπονετικός και γενναιόδωρος σε βάρβαρο, κυνικά εγωιστή και καιροσκοπικό. Αυτή η αίσθηση ρεαλισμού επηρεάζει ακόμα και σήμερα τα γουέστερν που γυρίζονται. Πολλοί αποκάλεσαν ειρωνεία το γεγονός ότι ένας Ιταλός, που δεν μίλαγε Αγγλικά και δεν είχε ποτέ του αντικρίσει την αμερικάνική Δύση μπόρεσε σχεδόν μεμιάς να αλλάξει για πάντα την αρχετυπική εικόνα του «καουμπόι».

Οι δύο επόμενες ταινίες του, Μονομαχία στο Ελ Πάσο (1965) και Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος (1966), ολοκλήρωσαν την τριλογία, με την κάθε μια να είναι εμπορικά πιο επιτυχημένη και τεχνικά αρτιότερη από την προηγούμενη. Τη μουσική και στις τρεις αυτές ταινίες υπογράφει ο παραγωγικότατος συμπατριώτης του Λεόνε και θρύλος σήμερα της μουσικής, Ένιο Μορικόνε. Ο Λεόνε είχε αναπτύξει έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο κινηματογράφησης γυρίζοντας τις σκηνές των ταινιών του με υπόκρουση τη μουσική του Μορικόνε. Οι περισσότεροι κριτικοί συμφωνούν ότι Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος ήταν η κορυφαία ταινία της τριλογίας.

Με εφαλτήριο την επιτυχία της τριλογίας του, το 1967 εκλήθη στην Αμερική προκειμένου να σκηνοθετήσει αυτό που ήλπιζε να αποτελέσει το αριστούργημα του, το φιλόδοξο Κάποτε στη Δύση, για λογαριασμό της Paramount Pictures. Γυρισμένο ως επί το πλείστον σε Ισπανία και Ιταλία και εν μέρη στο Μόνιουμεντ Βάλεϊ της Γιούτα και με πρωταγωνιστές τους Χένρι Φόντα, Τσαρλς Μπρόνσον και Κλαούντια Καρντινάλε, αποτελούσε μια εκτεταμένη, συχνά βίαια και ονειρική φιλοσόφηση πάνω στη μυθολογία της αμερικανικής Δύσης. Την ιστορία έγραψαν οι Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και Ντάριο Αρτζέντο (με σημαντικές μετέπειτα καριέρες ως σκηνοθέτες) και το σενάριο υπέγραψε ο μακροχρόνιος φίλος και συνεργάτης του Λεόνε, Σέρτζιο Ντονάτι. Οι υπεύθυνοι της Paramount ξαναμοντάρισαν το υλικό πριν τη διανομή του στις αίθουσες με αποτέλεσμα την εμπορική του αποτυχία στις Η.Π.Α. Στην Ευρώπη η ταινία έγινε επιτυχία και σήμερα θεωρείται από πολλούς ως η κορυφαία ταινία του δημιουργού.

NEWSLAN

Από NEWSLAN

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *